Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

Η οικονοµική καταστροφή της Ελλάδας και οι νόµιµες απαιτήσεις επανορθώσεων

" Οµιλία του καθηγητή Οικονοµικής Ιστορίας του Πανεπιστηµίου Πειραιά Αθανασίου Καλαφάτη "


πηγή "Η ΜΑΥΡΗ ΒΙΒΛΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ"


 Ι. Η ∆ηµιουργία του Κατοχικού ∆ανείου 
Η εισβολή του Γερµανικού Στρατού στην Ελλάδα σηµαίνει και την «εισβολή στην Ελληνική Οικονοµία».

 Η κάλυψη των αναγκών συντήρησης των Γερµανικών στρατευµάτων και των πολεµικών επιχειρήσεων επιχειρείται, σε µια πρώτη φάση, να καλυφθούν µε την έκδοση χαρτονοµίσµατος των ιταλικών και γερµανικών Αρχών Κατοχής, που ανταλλάσσονται µε ελληνικές δραχµές.
 Η πρακτική αυτή θα ισχύσει ως τις 18 Ιουλίου 1941, οπότε θα επέλθει συµφωνία µεταξύ των δυνάµεων κατοχής και της κατοχικής ελληνικής κυβέρνησης. 
 Με τη συµφωνία αυτή η κάλυψη των αναγκών των Αρχών Κατοχής θα αντιµετωπίζεται µε προκαταβολές σε δραχµές, που θα εκδίδονται από την Τράπεζα της Ελλάδος, το δε ποσόν εξαγοράς θα θεωρείται ως επιστροφή και µείωση του χρέους από τις Αρχές Κατοχής.
 Σε εκτέλεση της συµφωνίας αυτής ορίστηκε όπως το Ελληνικό Κράτος καταβάλει στο Στρατό Κατοχής 3 δισεκατοµµύρια το µήνα για τις δαπάνες Κατοχής.
 Τα ποσά που τελικά καταβλήθηκαν από τον Αύγουστο του 1941 ως το τέλος ∆εκεµβρίου του ιδίου έτους ήταν κατά πολύ µεγαλύτερα από ό,τι όριζε η σχετική συµφωνία.
 Σύµφωνα µε τον καθηγητή Π. ∆ερτιλή, στο διάστηµα αυτό καταβλήθηκαν από την Τράπεζα Ελλα- δος 20 δισεκατοµµύρια δραχµές, χωρίς να υπολογισθούν οι δαπάνες των Αρχών Κατοχής που καλύπτονταν από τον ελληνικό προϋπολογισµό.
 Και αυτή η υπέρβαση ενός ποσού υψηλά καθοριζόµενου από τη συµφωνία, λάµβανε χώρα όταν η Ελληνική Οικονοµία αδυνατούσε να καταβάλει ένα ποσό ανώτερο από 200 εκατοµµύρια το µήνα και όταν, επιπλέον, τα έσοδα του τρέχοντος προϋπολογισµού, δηλαδή του έτους 1941- 42 δεν υπερέβαιναν τα 12 δισεκατοµµύρια, 9 από τα οποία θα κάλυπταν τις πληρωµές των δηµοσίων υπαλλήλων.

Άλλωστε η Ελληνική Οικονοµία είχε ήδη υποστεί τις αρνητικές συνέπειες του πολέµου και των πρώτων µηνών της Κατοχής.
 Το 1941 το εθνικό εισόδηµα υπολογίζονταν σε 25 δισεκατοµµύρια πραγµατικές δραχµές προπολεµικές, όταν το 1939 είχε φθάσει τα 60 δισεκατοµµύρια
  Αυτή η επαχθής επιβάρυνση της Ελληνικής Οικονοµίας, µε τους φοβερούς
 κοινωνικούς αντικτύπους της, θα ωθήσει την κατοχική ελληνική κυβέρνηση να ζητήσει την παρέµβαση του Γ´ Ράιχ. 
 Όµως τα αιτήµατα αυτά δεν βρίσκουν ανταπόκριση και οι προκαταβολές αυξάνονται, µε συνέπεια να αυξάνεται παραπέρα ο πληθωρισµός.
 Τελικά, η ολοένα και µεγαλύτερη επιδείνωση της οικονοµικής κατάστασης –και, κατ’ επέκταση, της κοινωνικής– θα οδηγήσει στη συµφωνία της 14ης Μαρτίου 1942. 
Η συµφωνία αυτή έγινε στη Ρώµη και την υπέγραψαν οι κυβερνήσεις της Γερµανίας και της Ιταλίας. Τη λύση για την άρση του αδιεξόδου πρότεινε ο Ιταλός τραπεζίτης και οικονοµικός πληρεξούσιος της Ιταλίας στην Ελλάδα Ντ’ Αγκοστίνι. 

Με βάση τη συµφωνία αυτή, οι κατά µήνα αναλήψεις που θα υπερβαίνουν το όριο του 1,5 δισεκατοµµυρίου δραχµών, που αντιπροσωπεύουν τα έξοδο Κατοχής, θα χρεώνονταν στην Ελλάδα ως δάνειο προς τη Γερµανία και την Ιταλία.

 ΙΙ. Πολιτική οικονοµικού σφετερισµού και επιπτώσεις

 Ο σκοπός των καθεστώτων κατοχής συνί στατο στην οικονοµική πολιτική της «απόσπασης». Έτσι, βασική αρχή στην οποία προχώρησε η οικονοµική διαχείριση των κατακτητών ήταν η µεγαλύτερη δυνατή οικειοποίηση και χρήση των αναγκαίων πόρων από την Ελλάδα. Η πολιτική αυτή οδηγεί στην επίταξη και κατάσχεση των αποθεµάτων και των παραγωγικών µέσων της χώρας. Για την πραγµατοποίηση των τελευταίων, απαιτούνται µέτρα και µέθοδοι που θα συµβάλλουν στην απόσπαση των κρυµµένων αποθεµάτων, στη σύλληψη της νέας παραγωγής και στην κινητοποίηση της εργασίας.

 Η επίτευξη των δύο πρώτων στόχων απαιτεί συνεργασία µε τον κατακτητή, που γίνεται δυνατή κάτω από την παροχή χρηµατικών αµοιβών. Έτσι, στην αρχή της κατοχής, οι κατακτητές κάνουν χρήση µεγάλης ποσότητας χρήµατος για να διευκολύνουν τους συνεργάτες τους και να παρακάµψουν τις δυσκολίες της επί- ταξης, αγοράζοντας τα αναγκαία αγαθά µε το εκδιδόµενο από αυτούς χαρτονόµισµα. 
 Με τη συµφωνία της 14ης Μαρτίου 1942, θεσµοποιείται παραπέρα αυτός ο τρόπος απόσπασης αγαθών και παραγωγικών πόρων. Οι ολοένα µεγαλύτερες αντιστάσεις στην επίταξη –αντιστάσεις που συνδέονται µε την ενδυνάµωση του αντιστασιακού κινήµατος– και οι επαυξανόµενες ανάγκες των γερµανι- κών επιχειρήσεων ωθούν σε επέκταση των δαπανών κατοχής και των πιστώσεων. 

 Τον ∆εκέµβριο του 1942 οι ετήσιες συνολικές δαπάνες κατοχής και πιστώσεις, ανερχόµενες σε 150.000 δισ. δραχµές, θα έχουν επταπλασιαστεί, σε σχέση µε τις συνολικές δαπάνες του έτους 1941· τον ∆εκέµβρη του 1943 θα έχουν δεκαπενταπλασιαστεί, ανερχόµενες σε 310.000 δισ. δραχµές και τον Σεπτέµβριο του 1944 θα έχουν εξηνταπλασιαστεί –πάντα σε σχέση µε το σύνολο του 1941– ανερχόµε- νες σε 1.130.000 δισ. δραχµές.

 Οι δαπάνες αυτές καλύπτονται από νέας κοπής χρήµα και σ’ αυτές προστίθενται και οι δαπάνες του Ελληνικού κράτους, προκαλώ- ντας έτσι µεγάλη επιβάρυνση της νοµισµατικής κυκλοφορίας πάνω στις τιµές. 
Η αύξηση της νοµισµατικής κυκλοφορίας συνεπάγεται έτσι υποτίµηση της δραχµής που, µε τη σειρά της, επιδρά στην κατανοµή του εισοδήµατος και θίγει πρώτιστα τους µισθωτούς και τους εργάτες. 
Την ίδια στιγµή η απόκρυψη των αγαθών και ο έλεγχος οδηγούν στη µαύρη αγορά, µέσα και γύρω από την οποία νέα κοινωνικά στρώµατα αναδεικνύονται και άλλα υποχωρούν, καθώς αγοραστές σ’ αυτή την αγορά είναι οι συνεργάτες των κατακτητών και οι αγοραστές τροφίµων, που ρευστοποιούν τις περιουσίες τους. 

ΙΙΙ. Οι υπολογισµοί του Κατοχικού ∆ανείου 
Από την επισκόπηση της σχετικής βιβλιογρα- φίας διακρίνουµε τους υπολογισµούς, που έχουν γίνει από τους καθηγητές Π. ∆ερτιλή, Α. Αγγελόπουλο, Τράπεζα της Ελλάδος και Σπύρο Χατζηκυριάκο, υποδιοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος στα χρόνια της Κατοχής. 
 Το 1964 ο Σπύρος Χατζηκυριάκος θα υπολογίσει, µε τη βοήθεια γερµανικών στοιχείων, τις προκαταβολές λίγους µήνες πριν από το τέλος του πολέµου σε 38 εκα τοµµύρια λίρες. 
Κατά τον Α. Αγγελόπουλο, το ποσό αυτό θα ανέλθει στο τέλος του πολέµου σε 45 εκατοµµύρια λίρες ή 4.050 εκατοµµύρια δολάρια, από τα οποία 3.500 εκατοµµύρια αφορούν προκαταβολές προς τη Γερµανία.
 Το ποσό αυτό, ανατοκιζόµενο µε 3%, απέδιδε το 1991, σύµφωνα πάντα µε τον Α. Αγγελόπουλο, το ποσό των 13 δισεκατοµµυρίων δολαρίων. 
 Το ποσό αυτό γίνεται δεκτό και από νεότερους ερευνητές. 
 Κατά µια άλλη πρόσφατη εκτίµηση, το ποσό του Κατοχικού δανείου σε σηµερινές τιµές είναι 18 δισεκατοµµύρια δολάρια. 

IV. Οι υπολογισµοί των Πολεµικών Επανορθώσεων

 Οι πολεµικές επανορθώσεις, σύµφωνα µε τον καθηγητή Α. Αγγελόπουλο, αφορούν τις καταστροφές (ζηµιές) που προξένησε ο κατακτητής στον υλικό και τεχνικό πλούτο και το γενικότερο οπλισµό της χώρας.
 Άλλοι µελετητές ενσωµατώνουν στο ποσό αυτό ό,τι αφαίρεσε και λήστευσε από τον εθνικό πλούτο ο κατακτητής. Μερικοί ακόµη υπολογίζουν τις ζηµιές στο έµψυχο εθνικό κεφάλαιο και στο εθνικό εισόδηµα, όπως και τις ζηµιές από την καθυστέρηση των αποζηµιώσεων, ενώ σε ορισµένες εκτιµήσεις συµπεριλαµβάνονται µόνο οι θετικές ζηµιές και σ’ άλλες υπολογίζονται και οι µμελλοντικές συνέπειες από τις ζηµιές. 
 Εκτιµήσεις συστηµατικές για το σύνολο των ζηµιών αυτών δεν έχουµε. 
 Από την επισκόπηση της σχετικής βιβλιογραφίας έχουµε τους παρακάτω υπολογισµούς, που άλλοιr αναφέρονται στο σύνολο των απαιτήσεων και άλλοι στην περίοδο της Κατοχής. 

◗ Οι υπολογισµοί του Α. Μπακάλµπαση, το 1945

Οι εκτιµήσεις αυτές αναφέρονται σε όλες τις πολεµικές ζηµιές (υλικός εθνικός πλούτος, έµψυχο εθνικό κεφάλαιο, µειώσεις εθνικού εισοδήµατος, καθυστέρηση επανορθώσεων) για την περίοδο της Κατοχής και ανεβάζουν το συνολικό ποσό των ζηµιών σε 1.138 εκατοµµύρια χρυσές λίρες Αγγλίας σε προπολεµική αγοραστική δύναµη.
 ◗ Εκτιµήσεις της Ελληνικής Υπηρεσίας ∆ηµοσίων Έργων το 1944 για την περίοδο της Κατοχής Πρόκειται για πρόχειρη εκτίµηση, που υπολογίζει τις συνολικές ζηµιές σε 1 δισεκατοµµύρια χρυσές λίρες. 
◗ Υπολογισµός του Α. Αγγελόπουλου, το 1946 Οι εκτιµήσεις αυτές υπολογίζονται µόνο στον υλικό πλούτο και σε ζηµιές θετικές για την περίοδο της Κατοχής. Οι ζηµιές αυτές διακρίνονται
 α) σε ζηµιές τεχνικού πλούτου,
 β) σε ζηµιές γεωργικού πλούτου καi
 γ) σε ζηµιές έργων και µέσων ασφαλείας της χώρας. 

Το σύνολο των ζηµιών, σύµφωνα µε αυτούς τους υπολογισµούς, ανέρχεται σε 3.172 εκατοµµύρια δολάρια

◗ Εκτίµηση-δήλωση του Α. Σµπαρούνη το 1946 στο Παρίσι:
 Σύµφωνα µε αυτήν, οι συνολικές επανορθώσεις ανέρχονται σε 12 δισεκα- τοµµύρια αγοραστικής αξίας 1938. 
◗ Πέρα από τους υπολογισµούς, η «∆ιασυµµαχική Επιτροπή», η οποία συνήλθε στο Παρίσι στις 14 Ιανουαρίου 1946 για το διακανονισµό των γερµανικών επανορθώσεων, αναγνωρίζει ως οφειλή της Γερµανίας προς την Ελλάδα το ποσό των 7,1 δισεκατοµµυρίων δολαρίων ΗΠΑ αγοραστικής αξίας 1938. 
◗ Νεότεροι υπολογισµοί: Με βάση τις προηγούµενες εκτιµήσεις και µε πρόσθετα στοιχεία, άλλοι ερευνητές υπολογίζουν τις επανορθώσεις και µόνο για τις θετικές ζηµιές σε 8,21 δισεκατοµµύρια δολάρια ΗΠΑ αγοραστικής αξίας 1938, που, ανατοκιζόµενα µε 3%, ανέρχονται σήµερα σε 40 δισεκατοµµύρια δολάρια.
 ◗ Άλλος υπολογισµός: Σε νεότερες προσεγγίσεις, που επιχειρούνται στο βιβλίο του Μ. Κωστόπουλου Ένας πόλεµος που δεν έληξε  ακόµη, παρουσιάζονται νέα στοιχεία, που δείχνουν ότι το 1944 οι ζηµιές υπερβαίνουν το αναφερόµενο προηγούµενο των 8,21 δισ. δολαρίων σε τιµές 1938 και φθάνουν σήµερα τα 61 δισεκατοµµύρια δολάρια. 

Σήµερα οι ελληνικές απαιτήσεις για πολεµικές επανορθώσεις περιλαµβάνουν πέντε κατηγορίες: 
α) Απαιτήσεις Α´ Παγκοσµίου πολέµου, 
β) Απαιτήσεις περιόδου ουδετερότητας, 
γ) Απαιτήσεις για καταστροφές Β´ Παγκοσµίου πολέµου,
 δ) Επιστροφή αρχαιολογικού Θησαυρού και 
ε) Λοιπές απαιτήσεις. Στις λοιπές απαιτήσεις περιλαµβάνονται και αποζηµιώσεις για τα θύµατα της ναζιστικής τραγωδίας. 

Σύµφωνα µε το Υπουργείο Εξωτερικών, για την περίοδο του Α´ Παγκοσµίου πολέµου, οι απαιτήσεις είναι 260 εκατοµµύρια δολάρια ΗΠΑ, για την περίοδο ουδετερότητας 153 εκατοµµύρια δολάρια, για την περίοδο του Β´ Παγκοσµίου πολέµου, 7,1 δισεκατοµµύρια δολάρια ΗΠΑ 1946. V.

 Συµπεράσµατα Από τη συνοπτική αυτή ανάλυση διαπιστώνονται τα ακόλουθα: Το Κατοχικό δάνειο, µε τη µορφή των προκαταβολών της Τράπεζας της Ελλάδος στις Αρχές Κατοχής, έχει συµβάλει αποφασιστικά στη νοµισµατική αποσταθεροποίηση της χώρας, που δεν µπόρεσε να ξεπερασθεί µε τη νοµισµατική διαρρύθµιση της 11ης Νοεµβρίου 1944, και έχει συντελέσει στην επαύξηση των θυµάτων του πολέµου και της πείνας.

 Ταυτόχρονα, µέσω του πολεµικού υπερπληθωρισµού –κυρίως την περίοδο 1943-1944– αναδείχθηκε ένα ιδιαίτερο κοινωνικό στρώµα, «οι πλουτίσαντες από τον πληθωρισµό», στρώµα που επέβαλε αρνητικούς κανόνες οικονοµικής συµπεριφοράς και κληροδότησε σηµαντικές καθυστερήσεις και αγκυλώσεις στην ελληνική κοινωνία. 
Η µορφή οικονοµικού σφετερισµού, που επέβαλαν οι γερµανικές Αρχές Κατοχής, αποτέλεσε πλαίσιο εντός του οποίου έγινε η καταλήστευση του εθνικού πλού- του και οδήγησε στο Κατοχικό δάνειο.
 Αυτή η πολιτική δεν έχει προηγούµενο στη φιλολογία των κατεχοµένων οικονοµιών, είναι έξω από τα ισχύοντα διεθνή νόµιµα και επιστρέφει την ανθρωπότητα στα συµ- βαίνοντα ακόµη και πριν από τους ναπολε- όντειους πολέµους.
 Οι πολεµικές επανορθώσεις διαχωρίζονται τελείως από το Κατοχικό δάνειο.
 Για τις µεθοδεύσεις και τα πρακτικά µέτρα, τα αναγκαία για τις διεκδικήσεις των ελληνικών αιτηµάτων, υπάρχουν σήµερα αποτιµήσεις των συνολικών αποζηµιώσεων, που µπορεί να αποτελέσουν µια πρώτη βάση, συµπληρωµένες µε νέες εκτιµήσεις. 
Τελειώνοντας, θα ήθελα να υπογραµµίσω τα παρακάτω:
 Το αίτηµα για την επιστροφή του Κατοχικού δανείου και της καταβολής των πολεµικών επανορθώσεων, εδραζόµενο στην πάγια αρχή του διεθνούς δικαίου ότι «επιβάλλεται στην εισβάλουσα χώρα Κατοχής, που προκαλεί ζηµιές, να τις επανορθώσει», µπορεί να τύχει µιας καθολικής αποδοχής από τους ανθρώπους καλής θέλησης, σ’ όλο τον κόσµο και µέσα στην ίδια τη Γερµανία, αποτελώντας µια ηθική δικαίωση στον αγώνα για το σεβασµό των δικαιωµάτων των µικρών λαών. 
Η ικανοποίηση αυτού του αιτήµατος αποτελεί ακόµη ένα φόρο τιµής για τους Έλληνες πολίτες που θυσιάστηκαν στο Β´ Παγκόσµιο πόλεµο.