Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

Τζένη Καρέζη. H αγωνίστρια ηθοποιός. Γεννήθηκε σαν σήμερα το 1932

                                                          Της Αργυρώς Κραββαρίτη

Στις 12 Γενάρη του 1932 γεννήθηκε στην Αθήνα η Τζένη Καρέζη. To πραγματικό της όνομα ήταν Ευγενία Καρπούζη Το 1951 περνά τις εξετάσεις και εισάγεται στην Δραματική σχολή του Εθνικού θεάτρου, από την οποία αποφοιτά το 1954.


Τον Οκτώβριο του 1954 κάνει την πρώτη της εμφάνιση στο θέατρο, στο έργο «Ωραία Ελένη», δίπλα στην Μελίνα Μερκούρη και τον Βασίλη Διαμαντόπουλο. Σχεδόν ταυτόγχρονα, το 1955 εμφανίζεται και στην πρώτη κινηματογραφική της ταινία, σαν πρωταγωνίστρια μάλιστα, στην ταινία Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο.

Τα ωραιότερα πράσινα μάτια του ελληνικού σινεμά. Ένα μουτράκι άλλοτε μελαγχολικό κι άλλοτε χαμογελαστό, ένα ταλέντο δραματικό και κωμικό, άλλοτε μοιραία κι άλλοτε παιχνιδιάρα, η Καρέζη ασκούσε μια υποβλητική μαγεία και μια αιθέρια αίγλη στο κοινό που τη λάτρεψε.

«Όταν πρωτοβγήκα στο θέατρο είχα όλες τις προϋποθέσεις να μη με ‘’γνωρίσω’’ ποτέ. Έγινα διάσημη μέσα σε μια βραδιά, ένα μήνα μετά τις εξετάσεις μου στη Σχολή του Εθνικού. Ήμουνα πολύ μικρή, με πολύ ταλέντο – τουλάχιστον έτσι έλεγαν όλοι – και πολύ νόστιμη. Δηλαδή είχα όλα τα φόντα για να μ΄αγκαλιάσει η επιτυχία θανάσιμα. Όπως κι έγινε. Μόνο που στάθηκα τυχερή. Γιατί τον κίνδυνο τον κατάλαβα αμέσως. Κι αν δεν κατόρθωσα να τον πολεμήσω από την πρώτη στιγμή, τον είχα πάντα υπόψη μου. Γιατί κακά τα ψέματα. Στο χώρο μας το πιο δύσκολο δεν είναι ν΄αντέξεις την αποτυχία, είναι ν’ αντέξεις την επιτυχία.Και μάλιστα όταν έρθει τόσο νωρίς και τόσο απλόχερα. Κινδυνεύεις να χάσεις τον εαυτό σου, κι εγώ αυτό τον σκόπελο τον απέφυγα.Αναζήτησα τον εαυτό μου. Τον βρήκα.
Αναζήτησα την ουσιαστική ανθρώπινη σχέση. Τη βρήκα.
Αναζήτησα μια σίγουρη κι ευτυχισμένη οικογένεια. Τη βρήκα.Βέβαια αυτά τα πράγματα πληρώνονται. Κάπου ησυχάζεις. Κάπου σιγουρεύεσαι. Κάπου μετράνε για σένα χιλιάδες άλλα πράγματα εκτός της καριέρας σου. Κάπου σε διασκεδάζει περισσότερο να παίζεις σκάκι με το γιο σου, παρά να παίρνεις τηλέφωνα για να διοχετεύσεις μια είδηση στον Τύπο… Κάπου τέλος πάντως η καριέρα σου έρχεται δεύτερη. Ευτυχώς γιατί είμαι βέβαιη πως μακροπρόθεσμα το δυναμικό του ηθοποιού αξιοποιείται ανάλογα με το φόρτισμα που έχει ως άτομο. Και φόρτισμα εννοώ πολύ απλά πράγματα. Όπως να βλέπεις τι γίνεται γύρω σου. Να σε απασχολούν κάποια άλλα προβλήματα εκτός από τα δικά σου. Να είσαι σε θέση να επισημάνεις τη χυδαιότητα, ακόμα κι όταν είναι τυλιγμένη σε σελοφάν. Να σε ταράζει μια γενναία πράξη, ακριβώς γιατί ξέρεις ότι εσύ δε θα μπορούσες να την κάνεις. Ή τέλος πάντων να μπορείς να κλάψεις βλέποντα μια ταινία του Φελίνι. Νιώθοντας πως δεν είσαι το κέντρο της γης, γίνεσαι καλύτερος στη δουλειά σου κι αγγίζεις περισσότερο την ουσία της.Όπως κάθε καλλιτέχνης αγαπάω την επιτυχία, αλλά έχω συμφιλιωθεί και με την αποτυχία. Είναι κι αυτή δικιά μου. Και πολλές φορές η προετοιμασία ενός έργου που δε γνώρισε εμπορική επιτυχία μου έχει χαρίσει αξέχαστες και ουσιαστικές στιγμές.
Θέλω να παίξω ωραίους ρόλους, σημαντικά έργα, να πάρω μέρος σε ενδιαφέρουσες παραστάσεις. Θέλω να κάνω τη δουλειά μου πιο πολύτιμη. Έχω διάφορα σχέδια, διάφορα όνειρα. Αλλά πιο πολύ ονειρεύομαι ένα ταξίδι με τον άντρα μου και το γιο μου.
Ο άνθρωπος γεννιέται και πεθαίνει μόνος. Αν αυτό το συνειδητοποιήσει και καλλιεργήσει σωστές σχέσεις με τον εαυτό του, η μοναξιά μπορεί να γίνει φίλος και συμπαραστάτης του. Μπορεί ακόμα να γίνει πηγή δύναμης και γνώσης. Πριν απ΄όλα και πάνω απ΄όλα, πρέπει να κερδηθεί το παιχνίδι της σχέσης με τον ίδιο μας τον εαυτό. Αυτός πρέπει να γίνει η καλύτερη συντροφιά μας. Γιατί είναι η πιο σίγουρη και η πιο μόνιμη. Μαζί διαβάζουμε, μαζί σκεφτόμαστε, μαζί ονειρευόμαστε, μαζί επαναστατούμε, μαζί κλαίμε , μαζί γελάμε. Μαζί επίσης σβήνουμε και τον κίνδυνο της μοναξιάς. Γιατί στο βάθος μοναξιά τι είναι; Ένα κενό στην ψυχή του ανθρώπου. Εγώ τη χειρότερη μοναξιά την έχω νιώσει μέσα στο πλήθος. Αυτή η μοναξιά είναι αφόρητη. Άνθρωποι άσχετοι, κενές κουβέντες, έπαρση και υποκρισία, ασχετοσύνη και ανοησία και – χειρότερο – νιώθεις και τον εαυτό σου να απομακρύνεται. Να το βάζει στα πόδια και να σ΄αφήνει ολομόναχη. Και επιπλέον να έχει και δίκιο. Πρέπει τα τρέξεις αμέσως να τον ξαναβρείς και να του ζητήσεις συγγνώμη. Ένα από τα πράγματα που μου ‘μαθε ο χρόνος είναι να κάνω κάποιες επιλογές και ν΄απομακρύνω όσο γίνεται αυτό το είδος μοναξιάς που κατά τη γνώμη μου είναι και η πιο ψυχοφθόρα.

Τους φίλους μας τους επιλέγουμε. Τους συγγενείς μας όχι. Ετσι λοιπόν κάθε άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τους φίλους του. Για μένα η λέξη «φιλία» είναι ιερή και πρέπει να περιφρουρείται σχεδόν όσο κι ο έρωτας. Και όπως ακριβώς συμβαίνει στον έρωτα, έτσι και στη φιλία η σχέση πρέπει να είναι απολύτως ισοδύναμη. Επενδύεις πάνω στους φίλους, αλλά συγχρόνως πρέπει και να καταθέτεις. Ο Κώστας κι εγώ έχουμε λίγους φίλους. Αλλά πολύτιμους. Ακουμπάμε πάνω τους και κείνοι πάνω σε μας. Ατελείωτες συζητήσεις, ατελείωτες βραδιές, τσακωμοί, διαφορετικές πολλές φορές απόψεις, αλλά στο τέλος, φεύγουμε όλοι ευχαριστημένοι. Και πάντα με την αίσθηση ότι κερδήθηκε ακόμα μια βραδιά. Ότι κάτι πήραμε, κάτι δώσαμε.

Όταν είναι κανείς κάπως γνωστός, όταν δηλαδή συγκεντρώνει απάνω του τα φώτα της δημοσιότητας, διατρέχει τον εξής κίνδυνο: να τον πλησιάσουν και να τον περιστοιχίσουν διάφοροι κόλακες, έτοιμοι να κάνουν οποιαδήποτε υποχώρηση και φθήνια προκειμένου να βρίσκονται κοντά του. Αυτό το είδος ανθρώπων φύεται κυρίως στους καλλιτεχνικούς κύκλους. Και είναι επικίνδυνο κυρίως για τον ίδιο τον καλλιτέχνη. Ακούει συνεχώς και αδιαλείπτως ότι είναι ο καλύτερος. Ο πρώτος και μοναδικός! Υφαίνουνε γύρω του ένα φτηνό κουκούλι και τον παγιδεύουνε. Όλοι είμαστε λίγο πολύ επιρρεπείς στην κολακεία, γι΄αυτό ακριβώς πρέπει να την αποφεύγουμε σαν τον Διάβολο. Είναι ένας εχθρός πολύ ύπουλος, που πολύ συχνά μας απομακρύνει από την τέχνη μας και μας κάνει να χάνουμε το στόχο μας. Και το κυριότερο: να χάνουμε πολύτιμο χρόνο.

Ο χρόνος πρέπει να κερδίζεται διαρκώς. Γιατί μονάχα έτσι πολεμιέται. Κερδίζεται λοιπόν με φίλους αξιόλογους, επιβεβαιωμένους, ειλικρινείς, που δε θα διστάσουνε ποτέ να σου πουν την αλήθεια. Πρώτα πρώτα γιατί σ΄αγαπάνε. Και μετά γιατί σ΄ εκτιμάνε. Και ξέρουνε ότι σ΄αυτή τη δύσκολη και επικίνδυνη δουλειά που κάνεις, αυτό ακριβώς χρειάζεσαι· την αλήθεια. Όταν δω στα μάτια ενός ανθρώπου που εκτιμώ , ενός φίλου μου, μια κάποια λάμψη που αφορά στη δουλειά μου, νιώθω ευτυχισμένη. Γιατί ξέρω ότι είναι αληθινή. Όπως είναι αληθινή και η σχέση μας.
Οι ήρωες έχουν παρελθόν, έχουνε και μέλλον. Στο έργο ζούνε μια συγκεκριμμένη στιγμή της ζωής τους. Αυτή θα φωτιστεί μονάχα όταν ξέρουμε εμείς σαν ηθοποιοί, τις προήγουμενες στιγμές τους και κείνες που θ΄ ακολουθήσουνε, όταν το έργο τελειώσει.

Τίποτα δεν πρέπει να γίνεται στη σκηνή μονάχα για να γίνει. Πρέπει όλα να δικαιολογούνται. Και μέσα μας και σε σχέση με τους άλλους. Δεν παίζουμε για να παίζουμε. Ζούμε, κατανοούμε, αισθανόμαστε, πάσχουμε και γελάμε, και πάντα προσπαθούμε να καταλάβουμε τα πρόσωπα του έργου. Μονάχα έτσι θα μπορέσουμε να τα ερμηνεύσουμε.

Η Λιούμποβα είναι πρώτα απ΄όλα μια γυναίκα απελπισμένα ερωτευμένη. Θα τη λυτρώσει μονάχα ο θάνατος. Επιστρέφει στο «βυσσινόκηπο» για να ξεπλύνει τις αμαρτίες της. Είναι γι΄αυτή σαν μια κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Δεν το κατορθώνει»
(…) «Πάνω στο βραχάκι δεν κάθεται πια το εκστατικό φιλόδοξο κοριτσάκι. Κάθεται μια γυναίκα που αντιμετωπίζει τις ευθύνες της . (…)

Είδε να παίζουνε άνθρωποι που καμία σχέση δεν έχουνε μ΄αυτό το επάγγελμα. Είδε να νομιμοποιούνται πολλοί ατάλαντοι, οχυρωμένοι πίσω από θεσμούς. Ανήκεις στον τάδε κρατικό οργανισμό; Εχει καλώς Σε προσέλαβε το τάδε ιερατείο; Έχει…καλύτερα. Παίζεις, «ερμηνεύεις» δεν αφορά κανέναν, έχεις πολλές φορές την έγκριση των σοφιστών αλλά όχι βέβαια του δήμου… Και ο χορός καλά κρατεί.

Στα εθνικά θέατρα όμως δεν μπαίνουν πάντα οι καλύτεροι ηθοποιοί. Κι ακόμα υπάρχουν ιερατεία πολύτιμα για το θέατρό μας. Ακριβά κι αγαπημένα. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι νομιμοποιούνται θεατρικά όλοι τους οι ιερείς. Κι ο χώρος, ή μάλλον το παρασκήνιο, του θεάτρου είναι αρκετά ομιχλώδες. Κυκλοφορεί μια γενική θολούρα. Όλα λίγο πολύ είναι συγκεχυμένα και αξεδιάλυτα. Υπάρχει μια τάση «ματσοποίησης» και ποδοσφαιροποίησης. Υπάρχει επίσης και μια τάση αδικαιολόγητου και περίεργου συντεχνιακού σνομπισμού. Ένας πνευματικός πρωτογονισμός ίπταται, υπείπταται, έρπει, επικάθεται και γενικά διαχέεται στην ατμόσφαιρα.

Αλλά η ηθοποιός που κάθεται τώρα στο βραχάκι έχει ένα «πιστεύω». Το είχε δηλαδή από παιδί. Ότι στο θέατρο λειτουργεί μια πάνσοφη κρισάρα. Μπαίνουν μέσα σ΄αυτή οι θεοί, οι δαίμονοι, τα ζουζούνια, τα σκουλήκια, οι άγγελοι, οι αρχάγγελοι, τα ερπετά, τα ελάφια, τα ποντίκια και τα παράσιτα του θεάτρου. Και κείνη κοσκινίζει συνέχεια. Και δεν κάνει ποτέ λάθος. Πιστεύω ότι στο μαγικό κόσμο της δουλειάς μου, ο καθένας παίρνει τελικά τη θέση που του αξίζει. Πάντα, αργά ή γρήγορα, η κρισάρα τη δουλειά της θα την κάνει. Πάντα την τέχνη του καθένας δεν την κάνει καλύτερα ή χειρότερα από ό,τι τελικά μπορεί να την κάνει.

(…) Μια σχολή υπάρχει: η αλήθεια. Μια τάση υπάρχει: το πάθος γι΄αυτή τη δουλειά. Και μια είναι πάντα η πρωτοπορία: να έχεις πάντα τα μάτια της ψυχής σου ανοιχτά. Κι ό,τι κι αν κάνεις να το αγαπάς. Να καταθέτεις το αίμα σου εκεί πάνω. Ό,τι κι αν παίζεις. Και να μη σνομπάρεις ποτέ αυτή τη δουλειά. Είναι ύψιστη τιμή να βρίσκεσαι πάνω στη σκηνή. Να εξουσιάζεις όσο μπορείς, έστω και μια μόνο στιγμή, την ψυχή και τον νου των ανθρώπων. Όσων ανθρώπων. Όποιων ανθρώπων.»

Τετραδια ζωής, Τζένη Καρέζη, Καστανιώτης σελ.42-47/55-56

Από το παράπονο – ούτε ένα ευχαριστώ στα «Κόκκινα Φανάρια» που προτάθηκαν για όσκαρ ξενόγλωσσης μέχρι το«ψυχή βαθιά» που τσουγκρίζει ο Κούρκουλος, ο Φέρμας και η Καρέζη στη «Λόλα», η Καρέζη δίνεται με πάθος και βάθος απόλυτα στους ρόλους της, ασκώντας μια ακαταμάχητη γοητεία στο κοινό. Ακολουθούν οι κωμωδίες το «Δεσποινίς Διευθυντής», το «Μια τρελή τρελή οικογένεια», «Τζένη Τζένη». «Στο κονσέρτο για πολυβόλα» όπου ερωτεύτηκαν κεραυνοβόλα με τον Κώστα Καζάκο. Μαζί θα γυρίσουν μια «Γυναίκα στην αντίσταση», «Ερωτική συμφωνία» και φυσικά την κορυφαία στιγμή στην καριέρα της, το θεατρικό «Το μεγάλο μας τσίρκο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη μουσική Σταύρου Ξαρχάκου.

[Η παράσταση ανέβηκε το καλοκαίρι του 1973 στο θέατρο Αθήναιον, στο Μουσείο, απέναντι από το Πολυτεχνείο. Οι συνένοχοι συντελεστές – Σενάριο Ιάκωβος Καμπανέλλης, σκηνοθεσία Κώστας Καζάκος, πρωταγωνιστές Καζάκος – Καρέζη – ήταν ενθουσιώδεις και έδωσαν τον καλύτερο εαυτο τους.

Ουρές σχημάτιζαν οι θεατές έξω από το Αθήναιον και αργότερα το χειμώνα, έξω από το Ακροπόλ. Μέσα στα θέατρα η κατάσταση ήταν συγκινητική και κάτι παραπάνω, ήταν αγωνιστική. Την παράσταση επένδυσε μουσικά ο Σταύρος Ξαρχακος, αυτός ο δαιμόνιος συνθέτης, ενώ ο Νίκος Ξυλούρης, λιγνός και επιβλητικός, τραγουδούσε τους στίχους του Καμπανέλλη και οι καρδιές ράγιζαν. Ο δε Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, ως άλλος Καραγκιόζης, έδωσε ρεσιτάλ και ο αθηναϊκός λαός τραγουδούσε κάθε βράδυ το «Πότε θα κάνει ξαστεριά».

Η πολιτική εκείνη πράξη δεν πέρασε απαρατήρητη, αν και το κείμενο είχε περάσει την επιτροπή λογοκρισίας με ελάχιστες ασήμαντες διορθώσεις ως δια μαγείας, όπως θυμάται ο Γιώργος Λεμπέσης, που όταν πήρε το κείμενο στα χέρια του από την επιτροπή, δεν πίστευε στα μάτια του. Οι πράκτορες της Ασφάλειας, ένστολοι αστυνομικοί αλλά ακόμα και στρατιωτικοί βρίσκονταν κάθε βράδυ εκεί. Το καθεστώς είχε πάρει το μήνυμα κι έψαχνε αφορμή για να επέμβει. Οι ηθοποιοί καταλάβαιναν πως η χούντα κάπως θ΄αντιδράσει. Την Τζένη όμως δεν την ενδιέφερε καθόλου:

«Θα έπρεπε μέσα απ΄αυτό το έργο να καταφέρουμε να περάσουμε την κραυγή απελπισίας γι΄αυτά τα επτά χρόνια που ζήσαμε… μιλώντας για τα παλιά κάθε στιγμή εμείς μιλούσαμε για τα καινούρια… Κι έγινε τούτο το απίθανο… Όταν το έργο μας ανέβηκε, άρχισε ανάμεσα σε μας και το κοινό μας μια θεία συνεννόηση … μια επικοινωνία τέτοια που άγγιζε τα όρια της συνωμοσίας! Μιας συνωμοσίας χιλίων πεντακοσίων ανθρώπων κάθε βράδυ, μέσα στην καρδιά της Αθήνας… σκεπτόμασταν μαζί, γελούσαμε μαζί, κλαίγαμε μαζί …ήμασταν όλοι μια παρέα…κάθε βράδυ… πολλά ευλογημένα βράδια» θα γράψει αργότερα για κείνη την εμπειρία τους.

Το χειμώνα, το «Τσίρκο» ανέβηκε στο Ακροπόλ στην Ιπποκράτους, ενώ το Νοέμβριο τα γεγονότα του Πολυτεχνείου είχαν ρίξει βαριά σκιά στην Αθήνα και γενικότερα σ΄όλη τη χώρα. Η χούντα είχε φτάσει στα όρια της και η επέμβαση δεν άργησε να γίνει. Στις 2 Νοεμβρίου, ημέρα Πέμπτη, οι ασφαλίτες μπήκαν στο θέατρο και συνέλαβαν την Καρέζη. Ο λόγος; Μήπως χρειάζονταν λόγο; Η ίδια μιλώντας μετά τη μεταπολίτευση στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ στις 9/8/1974, αφηγείται το περιστατικό και τις μέρες της αγωνίας:

«Με ακολούθησαν μέχρι το μπάνιο που πήγα να ντυθώ. Όταν κατεβήκαμε κάτω, μας χώρισαν (σ.σ. με τον Καζάκο). Ο Κώστας έμεινε μόνος κι ανήμπορος να βοηθήσει, στο πεζοδρόμιο. Εμένα μ΄ έβαλαν σε ένα πολύ μικρό αυτοκίνητο μαζί με δύο άνδρες στο πίσω κάθισμα. Ήταν η χειρότερη ώρα. Με οδήγησαν στην ΕΣΑ Φιλαδέλφειας.

Έμεινα σ΄ένα κελί μέχρι τις 11 το βράδυ. Μετά με πήραν για ανάκριση που κράτησε μέχρι το πρωί. Στις 9 με μετέφεραν στο ΕΑΤ και η ανάκριση συνεχίστηκε ως το βράδυ της Παρασκευής. Ρωτούσαν γιατί περάσαμε από το Πολυτεχνείο να ενθαρρύνουμε τους φοιτητές, γιατί κλείσαμε τα θέατρα. Έμεινα σ΄ένα κελί μπουντρούμι, σε απομόνωση. Τις πρώτες μέρες χωρίς βιβλία. Ζητούσα έστω το «Πιστεύω» του Παπαδόπουλου.

Την Παρασκευή το βράδυ ήρθαν να μου αναγγείλουν ότι πάνε να συλλάβουν τον Κώστα.. Άκουγα αργότερα τις φωνές και νόμιζα ότι ήταν εκείνος που φώναζε.Το πρωί του Σαββάτου μ έπιασε υστερική κρίση. Κατέβηκαν να με ηρεμήσουν και με βεβαίωσαν ότι ο άντρας μου είναι καλά.

Την Τετάρτη με μετέφεραν στη Νέα Φιλαδέλφεια. Φεύγοντας φώναζα, «Κώστα, Κώστα, να΄μια», ελπίζοντας ότι ο Κώστας θα με ακούσει.  Άδικα. Τον είχαν μεταφέρει από την προηγούμενη. Στη Νέα Φιλαδέλφεια οι συνθήκες ήταν καλύτερες.

Όταν έγινε η πολιτική αλλαγή οι ίδιοι μου ανήγγειλαν την πτώση του Παπαδόπουλου. Το βράδυ της Τετάρτης άκουσα από ένα τρανζίστορ του φρουρού το λόγο του Ανδρουτσόπουλου και τότε απελπίστηκα. ‘Ηρθα για πρώτη φορά αντιμέτωπη με την ωμή βία κι έζησα αυτή την τρομερή αίσθηση να ξέρεις πως σε θάβουν ζωντανή και δεν υφίστασαι. Οπωσδήποτε όμως το δικό μας πέρασμα από την ΕΣΑ ήταν το πιο ανώδυνο που θα μπορούσε να γίνει. Αν πρέπει να σκεφτούμε κάποιους, είναι αυτοί που πραγματικά ταλαιπωρήθηκαν. Εγώ έφυγα από κει με κέρδη ανθρωπινά σοβαρά. Αυτό που με ξάφνιασε ήταν το γεγονός ότι ήξεραν όλες μου τις κινήσεις. Ακόμα και με ποιους είχα μιλήσει στο τηλέφωνο».

Μέχρι την ημερομηνία που αποφυλακίστηκε, στις 15 Δεκεμβρίου 1973, η Καρέζη δεν ειχε καμια απολύτως επικοινωνία με τους δικούς της και η ανησυχια για το μωρό της ηταν μεγάλη. Ο Γιώργος Λεμπέσης ήταν από τους ελάχιστους που μπορουσαν να πηγαίνουν στο κρατητήριο καθημερινά, χωρίς όμως να του επιτρέπουν να τη βλέπει συχνά. Το μονο γράμμα που της επέτρεψαν να στείλει το έγραψε προς τη λατρεμένη της μάνα. Της επιστουσε την προσοχή στο αγόρι της. «τα μάτια σας στο παιδί!» ]

lifestyle, Τζένη Καρέζη

Η Τζένη Καρέζη έφυγε πρόωρα από καρκίνο 27 Ιουλίου 1992 αφήνοντας τον κόσμο θεάτρου φτωχότερο αλλά με την καθηλωτική ερμηνεία της παραμένει μοναδική και αξέχαστη…

Θεατρογραφία

Θέατρο Ρεξ – θίασος Δ. Μυράτ
• 1954
«Αντιγόνη» του Σοφοκλή
«Η Ωραία Ελένη» των Αντρέ Ρουσσέν και Μαντελέν Κρέι
«Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα
«Φαύλος κύκλος» του Δημήτρη Ψαθά
• 1955
«Μάκβεθ» του Σαίξπηρ
Θίασος Ντίνου Ηλιόπουλου και Μίμη Φωτόπουλου
«Ανεργία μηδέν» των Γ. Ασημακόπουλου – Β. Σπυρόπουλο – Ν. Παπαδούκα
«Στραβοτιμονιές» του Στέφανου Φωτιάδη
Θίασος Εθνικού θεάτρου
[2]
• 1955
«Η δοκιμασία» του Άρθουρ Μίλλερ
«Άμλετ» του Σαίξπηρ
• 1956
«Η έβδομη μέρα της δημιουργίας» του Ιάκωβου Καμπανέλλη
«Το ζωντανό πτώμα» του Λέοντα Τολστόι
«Αι Εκκλησιάζουσαι» του Αριστοφάνη
«Ανθή» του Λεονίντ Αντρέγιεφ
«Κλυταιμνήστρα» του Αλέξανδρου Μάτσα
• 1957
«Βασιλεύς Ληρ» του Σαίξπηρ
«Η κυρά της αυγής» του Αλεχάντρο Κασόνα
«Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη
«Το Ζαμπελάκι» του Διονύσιου Ρώμα
• 1958 καλοκαίρι
«Θεσμοφοριάζουσαι» του Αριστοφάνη
«Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη
• 1958-1959
«Νύχτα στη Μεσόγειο» του Άγγελου Τερζάκη
«Έγκλημα στο νησί των κατσικιών» του Ούγκο Μπέτι
Θίασος Ντ. Ηλιόπουλου – Τζ. Καρέζη – Διον. Παπαγιανόπουλου
• 1959-1960
«Το κοροϊδάκι της δεσποινίδας» των Ν. Τσιφόρου και Πολ. Βασιλειάδη
Θίασος Μαίρης Αρώνη – Ντίνου Ηλιόπουλου
• 1960
«Η κυρία του κυρίου» των Τσιφόρου – Βασιλειάδη
Θίασος Κώστα Μουσούρη
• 1961:«Φανή» του Μαρσέλ Πανιόλ
• 1962:«Εκείνη τη νύχτα» του Λάγιος Ζυλάχι
Θίασος Καρέζη – Λάμπρου Κωνσταντάρα
«Κρατικές υποθέσεις» του Λουί Βερνέιγ
Θίασος Τζένης Καρέζη
• 1963-1964
«Ένα κουτό κορίτσι» του Ιάκωβου Καμπανέλλη
«Η γειτονιά των αγγέλων» του Ιάκωβου Καμπανέλλη
«Δεσποινίς διευθυντής» των Ασημάκη Γιαλαμά και Κώστα Πρετεντέρη
• 1964-1965
«Μαίρη-μαίρη» της Τζην Κερ
• 1965
«Κάθε Τετάρτη»
1966
«Η κυρία εκυκλοφόρησε» του Κώστα Πρετεντέρη
«Βίβα Ασπασία» του Ιάκωβου Καμπανέλλη
1967
«Το κορίτσι της καμπίνας 15» του Ζακ Ντεβάλ
• 1967-1968
«Ένας ιππότης για τη Βασούλα» των Ασ. Γιαλαμά και Κ. Πρετεντέρη
«Ζητήστε τη Βίκυ» του Μαρκ Ζιλμπέρ Σωβαζόν
• 1968-1969
«Το παιχνίδι του γάμου»
«Ο διευθυντής της ιδιαιτέρας»
«Θεοδώρα η μεγάλη» του Γεωργίου Ρούσσου
Θίασος Τζένης Καρέζη – Κώστα Καζάκου
[3]
• 1969-1970
«Η κυρία δεν με μέλλει» των Εμίλ Μορρώ και Βικτοριέν Σαρντού
• 1970-1971
«Μια ιστορία από το Ιρκούτσκ» του Αλεξέι Αρμπούζωφ
• 1971 – 1972
«Η Ασπασία» του Ιάκωβου Καμπανέλλη
• 1973 – 1975
«Το μεγάλο μας τσίρκο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη – μουσική Σταύρου Ξαρχάκου
• 1975
«Ο εχθρός λαός» του Ιάκωβου Καμπανέλλη – μουσική Μίκης Θεοδωράκης
• 1976- καλοκαίρι
«Η κυρία δεν με μέλλει» των Μορρώ και Σαρντού
• 1976-1977
«Η κυρία προέδρου» των Ενεκέν και Βεμπέρ
• 1977 καλοκαίρι
«Η Παναγία των δολλαρίων» του Κάνιν
• 1977-1978
«Πάπισσα Ιωάννα» του Γεωργίου Ρούσσου
«Η αγριόγατα» των Μπαριγιέ και Γκρεντύ
• 1978 καλοκαίρι
«Η Παναγία των Παρισίων» του Βίκτωρα Ουγκώ
«Αντώνιος και Κλεοπάτρα» του Σαίξπηρ
• 1978 -1979
«Μην αμελείτε την Αμέλια» του Ζωρζ Φεντώ
«Επιχείρηση γοητεία» των Μπαριγιέ και Γκρεντύ
«Πολίτες β’ κατηγορίας» του Μπράιαν Φρηλ
• 1979 -1980
«Οι θεατρίνοι» της Τζένη Καρέζη
• 1980-1981
«Η Αγριόγατα» των Μπαριγιέ και Γκρεντύ
• 1982-1983
«Ποιός φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» του Έντουαρντ Άλμπι
• 1984-1985
«Έντα Γκάμπλερ» του Ίψεν
• 1985 καλοκαίρι
«Μήδεια» του Ευριπίδη
• 1985-1986
«Πρόσωπο με πρόσωπο» του Αλεξάντρ Γκέλμαν
• 1986 καλοκαίρι
«Μήδεια» του Ευριπίδη
• 1986-1987
«Πρόσωπο με πρόσωπο» του Αλεξάντρ Γκέλμαν
• 1987 καλοκαίρι
«Ηλέκτρα (Σοφοκλή)» του Σοφοκλή
• 1987-1988
«Τζόκινγκ» του Έντουαρντ Ραζίνσκυ
• 1988-1989
«Βυσσινόκηπος» του Άντον Τσέχωφ
• 1989 καλοκαίρι
«Οιδίπους τύραννος» του Σοφοκλή
• 1990-1991
«Διαμάντια και μπλουζ» της Λούλας Αναγνωστάκη
Φιλμογραφία
Έτος Τίτλος Ρόλος
1955 Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο Καίτη Μπεναρδή
1957 Λατέρνα, φτώχεια και γαρίφαλο Καίτη Μπεναρδή
1957 Δελησταύρου και υιός Μπίλλη
1957 Η θεία απ’το Σικάγο Κατίνα Καδρή
1958 Μια λατέρνα, μια ζωή Νίνα/ Ματίνα
1958 Το τρελοκόριτσο Τζένη
1958 Η λίμνη των πόθων Μιράντα
1959 Ταξίδι με τον έρωτα Γιάννα
1959 Το νησί των γενναίων Ντόνα
1959 Ναυάγια της ζωής Φούλα
1960 Ραντεβού στην Κέρκυρα Μίρκα/ Ντιάνα Λανίτου
1960 Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος Τζούλια Καράλη
1960 Χριστίνα Χριστίνα
1960 Η Χιονάτη και τα επτά γεροντοπαλίκαρα Αλέξια/ Μαρίνα
1961 Ποια είναι η Μαργαρίτα Μαργαρίτα
1962 Προδομένη αγάπη Άννα
1962 Η νύφη το ‘σκασε Καίτη
1962 Η Αθήνα τη νύχτα Τζένη Καρέζη
1963 Τα κόκκινα φανάρια Ελένη Νικολέσκου
1964 Λόλα Λόλα
1964 Ένας μεγάλος έρωτας Λένα
1964 Δεσποινίς Διευθυντής Λίλα Βασιλείου
1965 Μια τρελή, τρελή οικογένεια Μίκα
1965 Τζένη, Τζένη Τζένη Σκούταρη-Μαντά
1966 Μια σφαίρα στην καρδιά Κάρλα
1967 Κοντσέρτο για πολυβόλα Νίκη
1967 Εκείνος κι εκείνη Εκείνη
1968 Ένας ιππότης για τη Βασούλα Βασούλα Λιόντου
1968 Αγάπη και αίμα Φώνη Γέρακα
1970 Μια γυναίκα στην αντίσταση Άννα Κωλέτη
1971 Μαντώ Μαυρογένους Μαντώ Μαυρογένους
1972 Ερωτική συμφωνία Ειρήνη/ Μπέτυ Στεργίου
1973 Λυσιστράτη Λυσιστράτη
 Πηγή