Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

Δίκη Τάσου Θεοφίλου: Μέσα στις αυταπάτες ενός καφκικού μυθιστορήματος

tassios2-1Βρέθηκα σοκαρισμένη, άφωνη και στο τέλος πολύ ανήσυχη μετά την αποχώρηση από τις τελευταίες δύο ακροάσεις στη δίκη ενάντια στο συγγραφέα, αναρχικό κομμουνιστή και πολιτικό κρατούμενο Τάσο Θεοφίλου.
Ο Θεοφίλου έχει καταδικαστεί σε 25 χρόνια φυλάκισης με την κατηγορία για συμμετοχή σε ληστεία και ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονία που διαπράχθηκε κατά τη διάρκεια της ίδιας ληστείας στην Alpha Bank, στις 14 Αυγούστου 2012, στο νησί της Πάρου.
Από τη σύλληψή του το 2012, ο Θεοφίλου αρνείται όλες τις κατηγορίες που σχετίζονται με τη συγκεκριμένη υπόθεση.

Η ατμόσφαιρα μέσα στο Εφετείο Αθηνών κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο ακροάσεων, θυμίζει έντονα ατμόσφαιρα από Καφκικό μυθιστόρημα. Πολλοί από τους Έλληνες φίλους μου με είχαν προειδοποιήσει για στημένες δίκες, ειδικά όταν πρόκειται για αναρχικούς. Η περίπτωση του Θεοφίλου υποτίθεται ότι είναι μία από αυτές τις περιπτώσεις. «Είναι ένα φιάσκο», μου είπαν. Αυτός ήταν και ο λόγος που αποφάσισα να μην χάσω καμία από τις ακροάσεις.
Η ψυχική κατάσταση του πλέον 34χρονου συγγραφέα, Θεοφίλου φάνηκε εξαιρετικά σταθερή, ακόμη κι αν διανύει τώρα το πέμπτο έτος του στη φυλακή. Χλωμός, αλλά με κρυστάλλινα καταγάλανα μάτια και αγορίστικη εμφάνιση, ο Θεοφίλου κρατούσε σημειώσεις κατά τη διάρκεια των ακροάσεων και άκουγε υπομονετικά τις μαρτυρίες εναντίον του. Στην αίθουσα του δικαστηρίου, πάντα είναι παρόντες μερικές δεκάδες υποστηρικτές του, μαζί με τους φίλους και τα μέλη της οικογένειάς του.
“Τι κάνουμε εδώ; Αυτό εδώ είναι θεατρική παράσταση!” είπε θαρρετά κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ένας από τους τρεις συνηγόρους του. 
Παρά το γεγονός ότι μέχρι σήμερα λίγοι μάρτυρες έχουν ακουστεί κατά τη διάρκεια της δίκης, υπήρξε ένας συγκεκριμένος από αυτούς που τράβηξε την προσοχή μου. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης ακρόασης, ένας περίεργος άνθρωπος κλήθηκε να καταθέσει. Ενώ προχωρούσε προς τις(όλες γυναίκες) δικαστές, παρατήρησα ότι φορούσε ακριβά σκούρα παπούτσια και πολυτελή ρούχα. Είχε ένα μπουκάλι νερό μαζί του και ένα παραπλανητικό, γκροτέσκο χαμόγελο στο πρόσωπό του.
Κοίταξε κατ ‘ευθείαν προς το βάθρο.
Καθώς κοίταξα το πρόσωπο αυτού του ανθρώπου, πάγωσα. Με έκανε να αισθάνομαι πολύ άβολα. Ανατριχιαστικός. Και σύντομα κατάλαβα γιατί. Είχε την όψη κάποιου εντελώς ψυχοπαθή.
Αυτός ο άνθρωπος ανήκε σε μια μονάδα(της αστυνομίας) που ονομάζεται αντιτρομοκρατική.
Ακόμα δεν έχω καταλάβει ποιος ακριβώς είναι ο ρόλος αυτής της μονάδας της αστυνομίας και γιατί δεν τους έχω δει στη δίκη η οποία διεξάγεται παράλληλα εναντίον των νεοναζί της Χρυσής Αυγής, την οποία παρακολουθώ στενά εδώ και ενάμιση χρόνο, όπου έχουν συμβεί πραγματικές τρομοκρατικές επιθέσεις(οργανωμένες επιθέσεις εναντίον αμάχου πληθυσμού).
Η κατάθεσή του δεν άξιζε πραγματικά καμίας προσοχής.
Ήταν αλαζονικός, μιλούσε με ασεβή αμεσότητα και ήταν αγενής. Όταν το κοινό άρχισε να γελάει με τις απαντήσεις του (πολλοί από αυτούς πίστευαν ότι είχε ετοιμάσει την ομιλία του και περίμενε απλά να την τελειώσει όσο το δυνατόν συντομότερα) έγινε νευρικός, το αριστερό του πόδι ξεκίνησε να τρέμει και προσπαθούσε να μη χάσει τη συγκέντρωσή του, ενώ κοιτούσε τους δικαστές κατευθείαν στα μάτια. Η αλαζονεία του τον άφησε σύντομα όταν άρχισαν να τον χλευάζουν και όταν βρέθηκε παγιδευμένος και δεν είχε να δώσει καμία σοβαρή εξήγηση για τις πράξεις του (τη δουλειά του).
“Μερικές φορές πιάνεις κάτι, μερικές φορές το χάνεις. Έτσι πάει,” ήταν μια από τις αξέχαστες δηλώσεις του, εξηγώντας τη στάση του κατά τη δουλειά του.
Αυτός ο αστυνομικός, είναι ένας από τους βασικούς μάρτυρες στη δίκη κατά του Θεοφίλου. Ένας από τους άνδρες που βάζουν τον Θεοφίλου πίσω από τα κάγκελα. Αυτή η μαρτυρία έπαιξε σημαντικό ρόλο στην απαγγελία των κατηγοριών εναντίον του Θεοφίλου με βάση πρόχειρα αποδεικτικά στοιχεία. (Δε θέλω να επεκταθώ περαιτέρω, καθώς η επόμενη ακρόαση θα αποκαλύψει το προφανές.) Αυτή ήταν η μαρτυρία που βοήθησε να τεθεί η ζωή ενός νεαρού δημιουργικού ανθρώπου στα κλουβιά του αμείλικτου Ελληνικού σωφρονιστικού συστήματος.
Αυταπάτη, τρέλα, διαστρεβλωτική κατάχρηση της θεσμικής εξουσίας.
Πού βρίσκομαι; Γιατί ο ελληνικός λαός δε μιλά γι ‘αυτό; Γιατί τα τοπικά μέσα ενημέρωσης διψούν να κρεμάσουν τον Θεοφίλου πριν από τη δίκη, γιατί δεν έρχονται στην αίθουσα του δικαστηρίου για να γίνουν μάρτυρες του τι πραγματικά συμβαίνει εδώ; Ποιοι είναι αυτοί οι νευρικοί άνδρες με τα μαύρα και τα παγωμένα χαμόγελα που αποφασίζουν για το πεπρωμένο της ζωής του ατόμου; Και ακόμη περισσότερο, αποφασίζουν για το πεπρωμένο της ζωής μας;
Στο τέλος της ημέρας, δεν πρόκειται μόνο για τον Θεοφίλου. Πρόκειται για μια σάπια πραγματικότητα, με μια απούσα δικαιοσύνη μέσα στην οποία πρέπει να ζούμε.
Katja Lihtenvalner μετάφραση: Αντριάνα Κοκκίνη