Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

Η κληρονομιά της Φρειδερίκης


Το «Βουλγαράκι» και η (Ελληνίδα) δασκάλα του στην εικονογράφηση των «Μυστικών του Βάλτου» |«Θα γίνω μόνος μου φρουρός / κανένα δε θ’ αφήσω / ό,τι μου χάρισε ο Στρατός / να μου το πάρουν πίσω» 

τραγουδάκι των παιδοπόλεων

Αν κάτι επιβεβαιώθηκε ξανά με την τριήμερη δημόσια αντιπαράθεση για τον εξάχρονο γιο της Πόλας Ρούπα και του Νίκου Μαζιώτη, αυτό είναι η αντοχή των διαχωριστικών γραμμών του εμφυλίου (και των σκοτεινών χρόνων που ακολούθησαν) στη συλλογική μνήμη της ελληνικής κοινωνίας των ημερών μας.


Μας το θύμισε τόσο η προσπάθεια των διωκτικών αρχών ν’ αποφύγουν την παράδοση του παιδιού στην οικογένεια της μητέρας του, με πρόσχημα την ανάγκη «προηγούμενης χρονοβόρας κοινωνικής έρευνας για την καταλληλότητα του οικογενειακού περιβάλλοντος που θα το αναλάβει», όσο και η επιχειρηματολογία όσων αντέδρασαν δημόσια σ’ αυτή τη νέα αυταρχική εκτροπή ─ από τους ίδιους τους γονείς του μικρού Λάμπρου-Βίκτωρα και τους ομόφρονές τους αλληλέγγυους μέχρι τον παλαίμαχο Μανώλη Γλέζο, που με την έγκαιρη παρέμβασή του έσωσε για μιαν ακόμη φορά την τιμή της Αριστεράς.

Οι «Παιδοπόλεις» της Φρειδερίκης, που μαζί με την περίθαλψη των «απειλούμενων» ή «ανταρτόπληκτων» παιδιών είχαν αναλάβει και την «εθνική αναμόρφωση» των απροστάτευτων τέκνων του ηττημένου εχθρού, ξανάρθαν έτσι στην επικαιρότητα ως η συγγενέστερη προς τα τεκταινόμενα ιστορική αναφορά. 

Πάνω απ’ όλα, όμως, την ιδεολογική αυτή κληρονομιά της εθνικοφροσύνης του 1947 τη θύμισε ο λόγος όσων έσπευσαν να υπερασπιστούν τη στάση των αρχών στο διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Ενας λόγος αυθεντικά εμφυλιοπολεμικός, έστω κι αν απουσιάζει συνήθως η παραμικρή αναφορά σ’ αυτό το παρελθόν· λόγος που εκθέτει απροκάλυπτα όσα οι ίδιες οι διωκτικές αρχές απλώς υπαινίσσονται στις δικές τους διαρροές κι ανακοινωθέντα, ανακυκλώνοντας στερεότυπα που παραπέμπουν κατευθείαν στον «συμμοριτοπόλεμο». 

«Από πότε οι κοινωνικές υπηρεσίες δεν πρέπει να επιλαμβάνονται και να κάνουν το καθήκον τους σε ανήλικα που μεγαλώνουν μέσα σε εγκληματικές οικογένειες;», απαντά χαρακτηριστικά στον Γλέζο μια διαδικτυακή περσόνα με το ψευδώνυμο (;) Ευτέρπη Τρικαλινού.

«Αν συνεχίσει να ζει αυτό το παιδί σε εγκληματική οικογένεια είναι επακόλουθο να γαλουχηθεί και το ίδιο σαν εγκληματίας που μισεί την κοινωνία όπως οι γονείς του» (altsantiri.gr, 5/1).

«Απολύτως επιβεβλημένο να απομακρυνθεί το παιδί από το τοξικό περιβάλλον της γιαλαντζί επαναστάτριας, μπας και σωθεί από το δηλητήριο που του έχει ενσταλάξει», αποφαίνεται στο newit.gr κάποιος «Κώστας Παπαδοπουλος» (5/1), ενώ ένα μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ διέπρεψε στο φέισμπουκ, διαβεβαιώνοντας με εισαγγελική αυταρέσκεια τον φυλακισμένο Μαζιώτη ότι μόνο κατόπιν εορτής θα πληροφορηθεί «ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να προστατευθεί» το παιδί του, «ένα αυτόνομο, ανήλικο, μέλος της κοινωνίας μας».

Ενας ανώνυμος αναγνώστης θα δικαιολογήσει πάλι την κράτηση του εξάχρονου, με το σκεπτικό της δυνητικής αξιοποίησής του από την αντιτρομοκρατική: «Από μικρό κι από τρελό, άλλωστε, μαθαίνεις ό,τι μαθαίνεις» (efsyn.gr, 6/1).

Το νόημα του όλου διαλόγου θα συνοψίσει, με τον δικό του τρόπο, ένας νοσταλγός αποτελεσματικότερων μεθόδων:

«Α ρε Γιώργη, μισές δουλειές έκανες… Ε ρε, να μη ζούμε σε άλλες εποχές, να τους μαζέψει όλους αυτούς η χωροφυλακή και από αύριο να παίζουν beach volley στη Γυάρο…» (protothema.gr, 6/1). 

«Παιδιά υπόπτων φρονημάτων» 

Σκοπός της δημιουργίας των πρώτων παιδοπόλεων, το καλοκαίρι του 1947, υπήρξε η περίθαλψη «ανταρτόπληκτων» παιδιών από την ύπαιθρο που είχαν καταφύγει (ή μεταφερθεί από τον στρατό) ως πρόσφυγες στα αστικά κέντρα.

Οταν τον Φλεβάρη του 1948 ο ΔΣΕ οργάνωσε τη δική του μεταφορά παιδιών στα μετόπισθεν των Λαϊκών Δημοκρατιών, το εθνικόφρον «παιδοφύλαγμα» μαζικοποιήθηκε και προβλήθηκε ως απάντηση στο κομμουνιστικό «παιδομάζωμα».

Παρά τους επίσημους ισχυρισμούς πως όλοι οι τρόφιμοι των παιδοπόλεων βρέθηκαν εκεί με τη συναίνεση των γονιών τους, ανάμεσά τους συγκαταλέγονταν και πολλά παιδιά ανταρτών ή πολιτικών κρατουμένων, που υποβλήθηκαν στην ίδια «εθνική» κατήχηση με τα υπόλοιπα. 

Η πραγματικότητα αυτή δεν ομολογούνταν βέβαια δημόσια, αν και κάποια ψήγματά της αποτυπώθηκαν στον Τύπο των ημερών.

Στο «Εμπρός» της 6/5/1948 διαβάζουμε λ.χ. ότι, μετά τις επιχειρήσεις του στρατού στη Ρούμελη, «απεστάλησαν εις Αθήνας 40 παιδιά συμμοριτών ηλικίας 1-10 ετών, τα οποία θα τύχουν της δεούσης περιθάλψεως εις τα πρεβεντόριουμ της Πεντέλης».

Παρόμοιες ομολογίες συναντάμε και στις εκθέσεις των «εντεταλμένων κυριών της βασιλίσσης», που συντόνιζαν το έργο ─ άλλοτε συνθηματικά, όπως στην παρεμπίπτουσα αναφορά της Αμαλίας Λυκουρέζου (31/3/1948) σε «παιδιά τα οποία απελευθερούνται από τα ανταρτοκρατούμενα χωρία», κι άλλοτε ρητά, όπως στην έκθεση της Λένας Ζαρίφη και της Αργυρώς Παππαρηγοπούλου για τον Εβρο (21/6/1948), όπου η όλη διαδικασία περιγράφεται -κι εδώ- σαν «αρπαγή των παιδιών» και «παιδομάζωμα» (Αρχείο Βασιλικών Ανακτόρων, φ.1214, εγγρ.475 & 545). 

Ακόμη σαφέστερες είναι η Κατερίνα Ξύδη και η Νίτα Σινιόσογλου στη δική τους έκθεση για το στήσιμο της παιδόπολης στη Λαμία (Αθήναι 4/2/1949):

«Αναθέσαμεν εις την εν Λαμία Επιτροπήν Κυριών του Εράνου την επιλογήν παιδιών μεταξύ των διαφόρων επί τόπου προσφυγικών καταυλισμών. Ιδιαιτέρως ετονίσθη η ανάγκη όπως εξασφαλισθή κατά προτίμησιν η πρόσληψις παιδιών των κατηγοριών ορφανών και εγκαταλελειμμένων (των οποίων οι γονείς ευρίσκονται εις τας φυλακάς, είναι εκτοπισμένοι ή αντάρται)» (όπ.π., εγγρ.344). 

Οι παρενέργειες αυτής της στοχοθεσίας αποτυπώνονται διακριτικά και στα επίσημα πρακτικά των συνεδριάσεων της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ειδικής Υπηρεσίας Περιθάλψεων Ελληνοπαίδων που διαχειριζόταν το βασιλικό «παιδοφύλαγμα» από κρατικής πλευράς.

Στα πρακτικά της 17ης συνεδρίασης (22/7/1948) διαβάζουμε λ.χ. πως «εις την Ρόδον υπάρχουν παιδιά μεγάλης ηλικίας υπόπτων κοινωνικών φρονημάτων και πρέπει οπωσδήποτε να μετακινηθούν εκείθεν».

Στην 38η συνεδρίαση (26/1/1949) «αναγιγνώσκεται επιστολή της Εφορ. Επιτροπής Μυτιλήνης περί 26 παιδιών παραμενόντων εις την κομμουνιστικήν ιδεολογίαν» και «αποφασίζεται να ληφθή γενικόν μέτρον εις όλας τας παιδουπόλεις».

Στην 40ή συνεδρίαση (10/2/1949), πάλι, η συζήτηση για την επικείμενη επίσκεψη του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού -διαβάζουμε- «δεν ανεγράφη εις τα πρακτικά διά λόγους ευνοήτους».

Αλλά και στις περιπτώσεις όπου οι γονείς των παιδιών δεν ήταν παράνομοι ή κρατούμενοι, προϋπόθεση της επιστροφής τους από την παιδόπολη στην οικογένεια αποτελούσε όχι μόνο «η ασφάλεια του τόπου διαμονής» αλλά και «τα υγιή φρονήματα των γονέων», προκειμένου να μην εκτεθούν «εις την επίδρασιν των αντεθνικών διδαγμάτων» (Χασιώτης 2013, σ.202-3).

Ακόμη και μετά τον επαναπατρισμό των περισσότερων, το καλοκαίρι του 1950, στις παιδοπόλεις παρέμειναν όσα παιδιά κρίθηκε ότι «δεν μπορούσαν ή δεν έπρεπε να μεγαλώσουν με τις οικογένειές των» (σ.207). 

Η βασίλισσα-μάνα και οι «γκάνγκστερ» 

Για την «εθνική διαφώτιση» που γινόταν στις παιδοπόλεις και το πώς τη βίωναν τα παιδιά των πολιτικών κρατουμένων και των ανταρτών, αρκετά εύγλωττη είναι η μαρτυρία ενός απ’ αυτούς στην παιδοψυχίατρο Μαντώ Νταλιάνη:

«Τους γονείς μας και τους συντρόφους τους, τους πρώην αντάρτες, μας τους παρουσίαζαν σαν συμμορίτες, γκάνγκστερ, προδότες και δολοφόνους. Η βασίλισσα και ο βασιλιάς ήταν οι γονείς μας· αυτοί που μας φρόντιζαν. Και οι δυο, ιδιαίτερα η βασίλισσα, μαζί με τα παιδιά τους, μας επισκέπτονταν συχνά και με πολλές και διάφορες ευκαιρίες. Είχα σχεδόν αρχίσει να πιστεύω και ένιωθα κολακευμένος με την ιδέα ότι ο βασιλιάς και η βασίλισσα ήταν οι γονείς μου» (Νταλιάνη-Καραμπατζάκη 2009, σ.242). 

Στους οικείους φακέλους του Αρχείου Βασιλικών Ανακτόρων περιλαμβάνονται πάμπολλα τέτοια τεκμήρια για το περιεχόμενο αυτής της οργανωμένης κατήχησης.

Χαρακτηριστικό δείγμα, από το μήνυμα «προς τους τροφίμους της Παιδοπόλεως Φλωρίνης» του πρώην προέδρου της και νομάρχη πλέον Κορινθίας, Κων/νου Τουσιάδη (20/12/1949):

«Οι κομμουνισταί είχαν αρχίσει να κατεβαίνουν στα χωριά σας, να σφάζουν τους πατεράδες σας και τις μητέρες σας, να βάζουν φωτιά στα φτωχικά σας σπίτια, ν’ αρπάζουν πολλά μικρά παιδιά και να τα παίρνουν μακρυά από την αγαπημένη τους Πατρίδα, σε ξένα μέρη για να τα κάνουν εχθρούς της Ελλάδας μας. […] Τότε η Βασίλισσά μας, για να σας σώση από την αρπαγή των αγρίων αυτών ανθρώπων, έδωσε διαταγή να γίνη η Παιδόπολίς μας. […] Ολον αυτό τον καιρόν που σεις, με την φροντίδα και την προστασία της Καλής μας Βασίλισσας, ζούσατε αμέριμνα μέσα στην Παιδόπολί μας, ο ηρωικός μας Στρατός με επί κεφαλής τον Μεγάλο Βασιληά μας ξεκαθάριζε την Ελλάδα μας από τους συμμορίτες. […]

Να θυμάστε πρώτα πρώτα ότι σώθηκε η ζωή σας και δεν σας άρπαξαν οι κομμουνισταί όπως άλλα παιδιά. […] Κι ύστερα απ’ αυτά να θυμάστε ότι όλα αυτά οφείλονται στην Μεγάλη μας Βασίλισσα» (φ.1222, εγγρ.209-213). 

Πολιτικά φορτισμένες ήταν και ακόμη κι οι παραδοσιακές φοβέρες: στην Παιδόπολη Καλαμακίου, λ.χ., προκειμένου τα παιδιά να μη βγαίνουν από τον φράχτη, «το προσωπικό τα είχε προειδοποιήσει ότι έξω από τον κήπο υπήρχαν συμμορίτες, κακοί άνθρωποι, που περίμεναν να τα σκοτώσουν» (Νταλιάνη-Καραμπατζάκη 2009, σ.240). 

Οι τελικές επιπτώσεις αυτού του φρονηματισμού πάνω στη στάση των παιδιών των ανταρτών και των πολιτικών κρατουμένων απέναντι στους γονείς τους και την ιδεολογία τους ποικίλλει, πάντως, ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία και τις μετέπειτα εμπειρίες τους.

Αλλα απ’ αυτά αμφισβήτησαν δομικά το περιεχόμενό του, ιδίως όταν ήρθαν σε επαφή με την κοινωνική πραγματικότητα εκτός ιδρύματος· άλλα διατήρησαν για τις παιδοπόλεις και τη βασίλισσα μια γλυκόπικρη ανάμνηση, ενώ πολλά μετατράπηκαν σε ένθερμους αντικομμουνιστές. 

Μια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση περιγράφεται στα απομνημονεύματα της ζωγράφου Δανάης Αντωνοπούλου-Ψιλοπούλου, για το παιδί μιας συγκρατούμενής της το 1945 στις φυλακές της οδού Θεμιστοκλέους κι ενός εκτελεσμένου κομμουνιστή.

Οταν, χρόνια μετά, συνάντησε τη μητέρα του και τον δεύτερό άντρα της, γράφει:
«Από τα λεγόμενά τους, καταλάβαμε ότι το παιδί το είχε πάρει η Βασιλική Πρόνοια της Φρειδερίκης και μεγάλωσε σ’ ένα από τα ιδρύματά της στη Φλώρινα. Οταν έφτασε στα δεκάξι του, το πήραν. Φυσικά ήταν τόσο το μίσος που καλλιεργούσαν σ’ αυτά τα παιδιά κατά των γονιών τους που, όπως μου εξομολογήθηκε τότε η Ζήτα, ήταν αδύνατο να τον κάνουν καλά. Ξέσπαγε απάνω τους, χτυπώντας τους, βρίζοντάς τους» («Τα κορίτσια του Πολυτεχνείου», Αθήνα 2008, σ.118).
Μια Μακρόνησος για τα «εαμοσλαυόπουλα»
Ενα από τα πιο φιλόδοξα σχέδια αποριζοσπαστικοποίησης της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς των Ελληνόπουλων, μέσω της αποκοπής τους από το ΕΑΜικό ή «συνοδοιποριακό» οικογενειακό περιβάλλον, διατυπώθηκε δημόσια το 1948 από έναν διαπρεπή εθνικόφρονα διανοούμενο: τον Στράτη Μυριβήλη.
Σε ομιλία του στην Καλαμάτα, που κυκλοφόρησε κατόπιν σε φυλλάδιο με τίτλο «Ο κομμουνισμός και το παιδομάζωμα», ο πάλαι ποτέ συγγραφέας της αντιπολεμικής «Ζωής εν τάφω» δεν περιορίστηκε στην αναμενόμενη καταγγελία της απόφασης του ΔΣΕ να μεταφέρει χιλιάδες παιδιά από την εμπόλεμη ζώνη στα ασφαλή μετόπισθεν των Λαϊκών Δημοκρατιών, αλλά ανέπτυξε ένα φιλόδοξο σχέδιο ριζικής «αναμόρφωσης» των παιδιών του «εσωτερικού εχθρού» που ξέμειναν στα εθνικόφρονα μετόπισθεν. 
Το φυλλάδιο παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, όχι μόνο για τον ουτοπικό ριζοσπαστισμό της πρότασής του, αλλά και ως αποτύπωση των βασικών ιδεολογημάτων που διακινούσε η ακροδεξιά (και απροκάλυπτα φασίζουσα) συνιστώσα της αντικομμουνιστικής πανστρατιάς των ημερών.
Ως εθνικός εχθρός σκιαγραφείται εδώ όχι μόνο το ένοπλο κομμουνιστικό κόμμα αλλά και κάθε δημοκράτης ή ελευθερόφρονας πολίτης που απέφευγε να μετάσχει ολόψυχα στον εμφύλιο σπαραγμό.
Ο ίδιος δε ο κοινοβουλευτισμός καταγγέλλεται σαν συνώνυμο της «διαφθοράς» και πηγή πολιτικής μειοδοσίας, σε αντιδιαστολή προς τον στρατό που υποδεικνύεται ως ο αυθεντικός εκφραστής του μαχόμενου λαού και έθνους.
Στη συγκεκριμένη συγκυρία, αυτό το στρατοκρατικό σχέδιο εκφραζόταν πολιτικά από τον ΙΔΕΑ και το ντουέτο Παπάγου-Μαρκεζίνη· όπως όμως έδειξαν οι εξελίξεις των κατοπινών δεκαετιών, είχε ακόμη αρκετό μέλλον μπροστά του. 
«Τις προάλλες ένας δημοσιογράφος πήγε σε ένα από τα άσυλα που στεγάζουν και περιποιούνται μερικές χιλιάδες θρακιώτικα και ηπειρώτικα προσφυγάκια της πρωτεύουσας.
Βρήκε τις κυρίες της Αθήνας, απ’ αυτές που κράτησαν την τιμή της Αθήνας το ’40-’41, να πλένουν, να ξεψειριάζουν, να υπηρετούν, να ταΐζουν τα μικρά Ελληνόπουλα που έσωσε ο στρατός μας από τα χέρια των βρωμερών κατσαπλιάδων.
Βρήκε και τα προσκοπάκια μας και τις προσκοπίνες μας και τα μικρά σκολιταρούδια του Εθνικού Σταυρού της νεότητος να υπηρετούν τα μικρά θύματα.
Και ξαφνικά είδε μερικά αλητάκια του γειτονικού συνοικισμού της Καισαριανής να βρίζουν, να πειράζουν, να κοροϊδεύουν αυτά τα έρημα, τα τρομαγμένα παιδάκια της Θράκης.
Και βγήκε λέει η Κυρία που διευθύνει το άσυλο να μαλώσει αυτά τα εαμοσλαυόπουλα της Αθήνας.
Και εκείνα της φώναξαν
-“Εννοια σου κυρά μου και σαν έρθει η ώρα θα σου πάρουμε και το δικό σου το κεφάλι”.
Γράφτηκε αυτή η φράση στις εφημερίδες. Είναι μια τρομερή αποκάλυψη. Και όμως κανείς δεν την επρόσεξε, ενώ αποτελεί μια μαρτυρία για το πώς εργάζεται ο σλαύος μέσα στην καρδιά του Κράτους. 
Αυτή είναι η κατάσταση. Πάνω σ’ αυτό το ηφαίστειο κοιμούμαστε και φιλολογούμε, και λογοκοπούμε και ασχολούμαστε με την κομματική μας κραιπάλη […].
Αυτά τα παιδιά του συνοικισμού που είναι από τώρα έτοιμα να σφάξουν τις κυρίες του Πατριωτικού Ιδρύματος και τους ξεφεύγει και το λένε φανερά, είναι από το παιδομάζωμα που γίνεται μέσα στην Αθήνα.
Αυτό είναι το παιδομάζωμα του εσωτερικού, που μας παίρνει πολλές χιλιάδες Ελληνόπουλα, πολύ περισσότερες χιλιάδες απ’ αυτά που μας παίρνουν οι γενίτσαροι του Μάρκου.
Αυτά τα παιδιά είναι οι μέλλοντες σφαγείς και οι εμπρησταί των σπιτιών και οι οφθαλμορύχοι και οι εκδορείς και οι σταυρωτήδες των παπάδων, που εκπαιδεύονται και περιμένουν την ώρα τους.
Και κανένας δεν τα μαζεύει να τα διδάξει την αλήθεια όσο είναι καιρός και να τ’ αποσπάσει από τα χέρια του Ελληνόφωνου διαφωτιστή που τα προγυμνάζει στην προδοσία και στο φονικό… 
Ας προστατέψουμε λοιπόν τ’ άλλα παιδιά, τα παιδιά της Αθήνας και τα παιδιά της Επαρχίας από το παιδομάζωμα που οργανώνουν κάτ’ από τα μάτια μας οι στρατολόγοι των σλαύων.
Και κυρίως οι στρατολόγες. Αυτές οι κρυφές όχεντρες που τρυπώνουν στα σπίτια σταλμένες για να χύσουν με πιδεξιωσύνη το φαρμάκι της αποσύνθεσης.
Σαν εκείνες τις οργανωμένες μοδίστρες που ανάφερε το σημείωμα που δοκίμασε να καταπιεί η απερίγραπτη κυρία Κιτσίκη. […] 
Κανείς δεν τολμά να χτυπήσει το τσεκούρι στη φωτιά, να βγη στη μέση σαν Κράτος Κυρίαρχο, να πάρει από τα χέρια των ανάξιων γονειών αυτά τα εκκολαπτόμενα επονιτάκια, που είναι χιλιάδες, πιο πολλές χιλιάδες από εκείνα που μας άρπαξε το παιδομάζωμα, και να τα κλείσει σε κατασκηνώσεις πολιτισμού και εθνικής αγωγής για να τα αποξενώσει από το πνευματικό χασίς που τα ποτίζουν οι προπαγανδιστές πρωί-βράδυ.
Τι είν’ αυτό που γυρεύω; Μια μεγάλη, μια πανελλήνια οργάνωση της Μακρονήσου γυρεύω, για τα δηλητηριασμένα νειάτα, σαν αυτή που αυτοσχεδίασε και τόσο άξια έφερε σε τέλος ο Στρατός μας. 
Αλλιώτικα, όταν θα μεστώσουν λιγάκι οι μικροί γενίτσαροι του παιδομαζώματος που γίνεται στο εξωτερικό και εξαπολυθούν ενάντια στην Πατρίδα μας μόλις θα τους διατάξει ο σλαύος, θα είναι πια τότε αργά.
Και θα γίνει τότες αυτό:
Οι άλλοι, οι νέοι Γενίτσαροι που εκπαιδεύονται μέσα στις πόλεις μας και μέσα στα χωριά μας, θα ενωθούν μαζί τους για να χτυπήσουν την Πατρίδα από τη ράχη, όπως μόνο οι κομμουνιστές ξέρουν να χτυπούν την Πατρίδα τους από τη ράχη. 
Ποιος είναι λοιπόν ο μυστικός αυτός προστάτης των συνοδοιπόρων, των δημοσιογράφων, των λογίων, των υπαλλήλων, που εμποδίζει το χέρι της Ελλάδας να ξετινάξει από πάνω της τα παράσιτα της σιγανής φθοράς;
Δεν είναι καθόλου μυστικός. Και δεν είναι ένας. Δύο είναι.
Ο ένας εσωτερικός. Ο πολιτευόμενος που ξέχασε πως είναι εθνικός απόστολος και Εθνικός αγωνιστής και έγινε επαγγελματίας της Βουλής και δούλος της συναλλαγής.
Ο άλλος είναι εξωτερικός. Είναι ο διεθνής κομμουνισμός που το χρώμα του αρχίζει από το αιματηρό κόκκινο του μπολσεβίκου και φτάνει έως το πιο υποκριτικά δυσδιάκριτο τριανταφυλλί, της συνοδοιπορίας, της ουδετερότητας, της δήθεν ανθρωπιάς, της δήθεν δημοκρατίας, της δήθεν ελευθερίας σκέψεως.
Ολες αυτές τις ωραίες λέξεις που αποκοιμίζουν την συνείδηση των νωθρών, των ανάνδρων και των καιροσκόπων, ο κομμουνιστής τις μεταχειρίζεται για να διαλύσει την εθνική ενότητα. […]
Ενάντια στην Ελλάδα που υποφέρει, που αιμορροεί οχτώ συνεχή χρόνια, που αγωνίζεται για όλους τους λεύτερους λαούς και δεν έχει λεφτά για να οπλιστεί όπως οπλίστηκε το ’40-’41.
Και δεν έχει λεπτά να ξοδέψει στο εξωτερικό για να απαντήσει στη διεθνή συκοφαντική επίθεση που της γίνεται.
Και δεν έχει ηγέτες άξιους να μπουν επικεφαλής ενός πανελλήνιου συναγερμού. Ηγέτες άξιους αυτού του λαμπρού λαού, του προδομένου. 
Αυτό το Λαό σήμερα δεν τον αντιπροσωπεύουν οι ανάξιοι πολιτευόμενοι,. Ούτε οι άνανδροι λόγιοι, ούτε οι συμβιβαστικοί κρυφοπροδότες.
Τον αντιπροσωπεύει ο Στρατός. Ο Ελληνικός Στρατός, που δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά ο ένοπλος Ελληνικός Λαός, απαλλαγμένος από την πολιτική διαφθορά».
Το άλλο παιδομάζωμα 
Οπως και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, από τη σύσταση παρακρατικών συμμοριών για τον πολιτικό έλεγχο ενός «ρευστοσυνείδητου» πληθυσμού μέχρι τη θέσπιση του «πιστοποιητικού υγιών φρονημάτων» ως προϋπόθεσης για την απόλαυση μιας σειράς από στοιχειώδη πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα, έτσι και οι πρακτικές της ομηρίας ή «αναμόρφωσης» παιδιών από «εχθρικές» οικογένειες πρωτοδοκιμάστηκαν από το ελληνικό κράτος στο μεγάλο πειραματικό εργαστήρι του Μακεδονικού ─ πριν και μετά την ενσωμάτωση της περιοχής στην ελλαδική επικράτεια. 
Στα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα, συνηθισμένη πρακτική ήταν η απόσπαση παιδιών ως εγγυήσεων για τη νομιμοφροσύνη των γονέων (ή και των χωριών) τους προς την ελληνική υπόθεση. Αρκετά εύγλωττη, αλλά και αποκαλυπτική για τη ριζικά διαφορετική μεταχείριση αυτών των παιδιών με βάση το φύλο τους, αποδεικνύεται εδώ η αδημοσίευτη αφήγηση του μακεδονομάχου στρατηγού Παρασκευά Ζερβέα προς την Πηνελόπη Δέλτα:
«Κάποτε παίρναμε και ομήρους. Εγώ είχα πάρει ένα κοριτσάκι και το είχα υπηρέτρια στη Σπάρτη. Αμα πιάναμε ομήρους, αν ήταν κοριτσάκια τα βάζαμε σε σπίτια. Τ’ αγόρια, νομίζω, τα έβαζαν σ’ ένα λύκειο, ίσως του Δελίου. Τους άλλους τους σκοτώναμε». 
Στο δημοφιλές μυθιστόρημά της, η Δέλτα μνημονεύει παρεμπιπτόντως αυτή την πρακτική, με αφορμή μια συζήτηση μεταξύ συμπολεμιστών για την εμβληματική περίπτωση του μικρού Γιωβάν:
«Γιατί δεν τον στέλνεις στη Θεσσαλονίκη, κι από κει να τον στείλουν στην Ελλάδα, σ’ ένα από τα ορφανοτροφεία ή τα διδασκαλεία που άνοιξαν για να εξελληνίσουν τα Βουλγαρόπαιδα που τους στέλνουμε κάθε τόσο;» («Στα μυστικά του Βάλτου», Αθήνα 1977, σ.316). 
Εξίσου σαφής είναι στις δικές του αναμνήσεις και ο πρωταγωνιστής της Δέλτα, καπετάν Νικηφόρος.
Μετά την επιδρομή του σώματός του στα Κουφάλια (25/3/1907), διαβάζουμε, «μας παρηκολούθησαν γέροντές τινες, παρακαλούντες να τους επιστρέψω μερικά παιδία τα οποία επήρα μαζί μου ως ομήρους. Πράγματι τους ελυπήθην και τα επέστρεψα, αρκεσθείς να κρατήσω μόνον πέντε μεγαλύτερα ως ομήρους. […] Δύο ακόμη τα παρεδώσαμεν εις την μητέρα των, η οποία μόνη της ήλθε εις την Λίμνην να τα ζητήση μετά τινας ημέρας, τα δε άλλα τρία τα εστείλαμεν εις Αθήνας εις το Εθνικόν Οικοτροφείον. Εξ αυτών δύο έγιναν διδάσκαλοι» («Ο ναύαρχος Ιωάννης Δεμέστιχας», Εν Αθήναις 1964, σ.83).
Σύμφωνα με κατάλογο που συνέταξε το ίδιο καλοκαίρι η εξαρχική κοινότητα της Θεσσαλονίκης, τα εν λόγω παιδιά ήταν τέσσερα και προέρχονταν όλα από την ίδια οικογένεια.
Τα δύο μικρότερα -η εξάχρονη Χριστίνα κι ο οκτάχρονος Ηλίας– αφέθηκαν ελεύθερα, ενώ τα μεγαλύτερα -ο δεκάχρονος Στόγιαν κι ο δεκατετράχρονος Μποζίν– στάλθηκαν στην Αθήνα (Величко Георгиев & Стайко Трифонов, «Гръцката и сръбската пропаганди в Македония», Σόφια 1995, σ.174).
Για ευνόητους λόγους, η επίσημη ιστορία του ΓΕΣ φρόντισε πάντως ν’ αναβαθμίσει αυτά τα παιδιά σε «πέντε σημαντικά στελέχη των βουλγαρικών κομιτάτων» («Ο Μακεδονικός Αγώνας και τα γεγονότα στη Θράκη», Αθήνα 1998, σ.281). 
Δεν είχαν όμως όλοι οι ανήλικοι όμηροι την ίδια τύχη.
Στη δική του διήγηση προς τη Δέλτα, ο Μανιάτης υπαξιωματικός Παναγιώτης Παπατζανετέας μνημονεύει «ένα μικρό παιδί 10-12 χρονών που το είχαν στείλει από τα Γιαννιτσά από πατέρα πρώην Βούλγαρο, να το στείλομε στην Αθήνα», όμως τελικά ο οπλαρχηγός Κώστας Γαρέφης«αντί να στείλει το παιδί στην Αθήνα το κράτησε κοντά του».
Οι λεπτομέρειες αυτής της κατακράτησης καταλάμβαναν αρχικά ολόκληρη σελίδα· κρίθηκαν όμως τόσο επιλήψιμες, ώστε η ίδια η Δέλτα σημειώνει πως τις «έσβησε» κατά τη μεταγραφή της τελικής εκδοχής των αναμνήσεων του πληροφορητή της.
Κατά τη δημοσίευση δε των απομνημονευμάτων, οι επιμελητές του ΙΜΧΑ έλυσαν ακόμη δραστικότερα το πρόβλημα, εξαφανίζοντας κάθε πληροφορία πέρα από τον αρχικό προορισμό του παιδιού (Π. Παπατζανετέας«Ο Μακεδονικός Αγών. Απομνημονεύματα», Θεσ/νίκη 1960, σ.22)
Αυτά, την εποχή του ένοπλου αγώνα για «το έδαφος των ψυχών» των αλύτρωτων Μακεδόνων.
Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και της ενσωμάτωση της νότιας Μακεδονίας στο ελληνικό βασίλειο, οι απροκάλυπτες απαγωγές των παιδιών του εχθρού θα παραχωρήσουν τη θέση τους σε ηπιότερους σχεδιασμούς.
Το διαπιστώνουμε, μεταξύ άλλων, από την εισήγηση που ο νομάρχης Φλωρίνης Βασίλειος Μπάλκος, διευθυντής των ελληνικών σχολείων και «μοχλός» της εθνικής δράσης στην πόλη επί Μακεδονικού Αγώνα, υπέβαλε το 1931 στην κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου: 
«Περί των εν τω ημετέρω νομώ λειτουργούντων Οικοτροφείων και της σκοπιμότητός των επιφυλάσσομαι να εκφέρω γνώμην εν καιρώ. Ηδη νομίζω ότι θα ήτο σκόπιμον όπως εις έν ή πλείονα των εις την Π. Ελλάδα λειτουργούντων τοιούτων, αποστέλλωνται οικότροφοι τέκνα βουλγαροφρόνων της περιφερείας μου και δη των προκρίτων, άτινα ευκόλως δύνανται να εξευρεθώσι. Φρονώ δ’ ότι διά της εκείσε αποστολής των θα επιτύχωμεν δύο σκοπούς σοβαρούς.
Αφ’ ενός μεν θα τα έχωμεν ως είδος ομήρων, αφ’ ετέρου δε εις το εκείσε περιβάλλον εθνικώς διαπαιδαγωγούμενα και ελληνοπρεπώς διαπλασσόμενα θα φανατισθώσιν εις βαθμόν επιτρέποντα την παρομοίωσίν των προς τους παλαιούς εκείνους γενιτσάρους των χρόνων της δουλείας» (Αρχείο Ελ. Βενιζέλου [Μουσείο Μπενάκη], φ.108, Νομάρχης Φλωρίνης προς Πολιτικό Γραφείο Πρωθυπουργού, Υπουργείο Εξωτερικών και Γενική Διοίκηση Μακεδονίας, Εν Φλωρίνη 30.1.1931, αρ.πρ. Ε.Π.33, σ.26). 
Η επέκταση αυτών των πρακτικών, από τους γεωγραφικά εντοπισμένους «βουλγαρόφρονες» της ελληνικής Μακεδονίας στους πολλαπλάσιους «εαμοβουλγάρους» όλης της επικράτειας, υπήρξε -κι εδώ- απλώς ζήτημα χρόνου.
 Διαβάστε
 Στράτης Μυριβήλης, Ο κομμουνισμός και το παιδομάζωμα (Καλαμάτα 1948, επιμέλεια «Λαϊκής Βιβλιοθήκης» – Τυπογραφεία «Σημαίας»). Η εμφυλιοπολεμική ομιλία του διάσημου συγγραφέα, με την οποία προτείνεται η στρατοκρατική «εθνική αναμόρφωση» της νέας γενιάς μέσω της κρατικά οργανωμένης αποκοπής της από το «ανάξιο» οικογενειακό περιβάλλον. 
► Λουκιανός Χασιώτης, Τα παιδιά του Εμφυλίου. Από την «Κοινωνική Πρόνοια» του Φράνκο στον «Ερανο» της Φρειδερίκης (Αθήνα 2013, εκδ. Εστία). Εξαιρετικά τεκμηριωμένη ανατομία των προνοιακών και προπαγανδιστικών μηχανισμών που οργάνωσαν οι νικητές του ισπανικού και του ελληνικού εμφυλίου για την «προστασία» των παιδιών από τις «αντεθνικές» επιδιώξεις της αντίπαλης πλευράς. Για τις Παιδοπόλεις έχουν χρησιμοποιηθεί κυρίως τα αρχεία των τέως Βασιλικών Ανακτόρων και ορισμένων από τις «εντεταλμένες κυρίες της βασιλίσσης». 
► Μαντώ Νταλιάνη-Καραμπατζάκη, Παιδιά στη δίνη του ελληνικού εμφυλίου πολέμου 1946-1949, σημερινοί ενήλικες (Αθήνα 2009, εκδ. Μουσείο Μπενάκη, επιστημονική επιμέλεια Ι. Τσιάντης – Δ. Πλουμπίδης). Πρωτοποριακή μελέτη της επίπτωσης των πολιτικών διώξεων πάνω στην ψυχική υγεία των παιδιών πολιτικών κρατουμένων του εμφυλίου, από μια παιδοψυχίατρο που ήρθε για πρώτη φορά σ’ επαφή με το φαινόμενο ως πολιτική κρατούμενη της ίδιας περιόδου. 
► Riki Van Boeschoten & Loring Danforth, Παιδιά του ελληνικού εμφυλίου. Πρόσφυγες και πολιτική της μνήμης (Αθήνα 2015, εκδ. Αλεξάνδρεια). Συγκριτική μελέτη του «παιδομαζώματος» του ΔΣΕ και του «παιδοφυλάγματος» της Φρειδερίκης από δύο κοινωνικούς ανθρωπολόγους. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες οι επισημάνσεις τής δομικά διαφορετικής αντιμετώπισης των παιδιών, ανάλογα με την εθνοτική τους προέλευση.

Τάσος Ψαρράςefsyn.gr