Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

Μετάλλαξη ή συστηματική μετατόπιση;

Η λέξη μετάλλαξη στην κυριολεκτική της σημασία σύμφωνα με τα λεξικά σημαίνει την αιφνίδια μεταβολή της ιδιότητας ενός οργανισμού. Στη μεταφορική της χρήση  δηλώνει και την απότομη αλλαγή των ιδεών , των απόψεων, της συμπεριφοράς ατόμων και συνόλων.
Χρησιμοποιείται πάρα πολύ  στην εποχή μας, αφού   στο χώρο της κυβερνητικής πολιτικής ανθίζουν οι μετατοπίσεις από διακηρυγμένες δεσμεύσεις , η εγκατάλειψη αρχών, οι κωλοτούμπες και οι αντιφάσεις προγραμματικών  θέσεων  και εφαρμοζόμενης πολιτικής. Τέτοια φαινόμενα είχαμε και παλαιότερα. Όσα ζούμε, όμως,  τα δύο τελευταία χρόνια είναι πρωτόγνωρα σύμφωνα με πολλούς αναλυτές.
Αναφέρονται, βεβαίως,  στην απόλυτη εγκατάλειψη του προεκλογικού προγράμματος από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και μάλιστα στην υιοθέτηση μιας οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής,  η οποία είναι ριζικά αντίθετη  με όσα υποσχόταν. Δεν είναι μόνον ότι  είπε και συνεχίζει να λέει ψέματα, ότι εξαπάτησε το λαό με το δημοψήφισμα, ότι…, ότι…. ότι…, αλλά και γιατί  προχώρησε σε ολική αλλαγή και  έκανε σημαία της την πιο σκληρή νεοφιλελεύθερη πολιτική και από το σκίσιμο των μνημονίων κατάντησε να τα θεωρεί μονόδρομο για την έξοδο της χώρας από την κρίση. Η λέξη μετάλλαξη   δεν αρκεί και  μάλλον δεν είναι η καταλληλότερη για να αποδώσει πλήρως αυτήν την αλλαγή της κυβερνητικής πλεύσης.
Η ερμηνεία του φαινομένου   ΣΥΡΙΖΑ  είναι βέβαιο ότι θα απασχολήσει επί μακρόν τους ιστορικούς. Σε μια ψύχραιμη, κατά το δυνατόν,  εκτίμηση, θεωρώ ότι ανησυχητικά σημάδια των προθέσεων της ηγετικής ομάδας είχαν φανεί καιρό πριν. Ο ΣΥΡΙΖΑ , ένα κόμμα που βγήκε από τα σπλάχνα της αριστεράς, άρχισε, κατά την άποψη μου, να αλλάζει επί προεδρίας του κ. Αλέξη Τσίπρα καλυμμένα  στην αρχή, αργά και σταθερά, όσο καρπωνόταν ποσοστά,  και με βήμα ταχύ,  όταν κέρδισε τις εκλογές και ανέβηκε στην εξουσία. Οι μετατοπίσεις αυτές έγιναν μεθοδευμένα και μελετημένα. Ένας συνασπισμός  ρευμάτων, κινήσεων και ανένταχτων που, ενώ στο προγραμματικό επίπεδο στόχευε στο σοσιαλισμό, σε πρακτικό αποσκοπούσε κουβαλώντας ένα φιλολαϊκό προφίλ στον αστικό εκσυγχρονισμό,   τον οποίο  είχε ανάγκη το κατεστημένο και τον οποίο τα μέχρι τότε κυβερνητικά κόμματα, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ,  είχαν αποτύχει να  επιβάλλουν. Δεν επεδίωκε ούτε τη ρήξη με το   σύστημα,  ούτε πολύ περισσότερο τον κοινωνικό μετασχηματισμό του. Αντιθέτως ήθελε τη βελτίωση του υπάρχοντος στο πλαίσιο της ΕΕ και της Ευρωζώνης  και τη δημιουργία ενός κράτους το οποίο θα συμβάδιζε με τα  ευρωπαϊκά. Προσπάθησε να τελειώσει με ένα κομμάτι της  διαπλοκής για να φέρει στο  προσκήνιο νέους παίκτες  μέρος των οποίων θα στήριζαν την πολιτική του. Η ιστορία με τις τηλεοπτικές άδειες το αποδεικνύει ξεκάθαρα, αρκεί να δει κανείς ποιοι έχαναν και ποιοι κέρδιζαν.

Στο ερώτημα τώρα αν στην αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ  χωρούσαν  καριερίστες η απάντηση είναι ναι. Μάλιστα πλήθαιναν   καθώς το τρένο πήγαινε προς τον τερματισμό.  Αν υπήρχαν προσωπικές στρατηγικές και φιλοδοξίες, επίσης.  Αν άνθρωποι που λάτρευαν την εξουσία, αυταπόδεικτο. Αν είχε θέση η πολιτική ανηθικότητα, φάνηκε περίτρανα , νομίζω.  Αρνητικό στοιχείο  για μένα αποτελεί ότι αριστερά τμήματα του ΣΥΡΙΖΑ τα οποία  έχουν αποχωρήσει και συνυπήρξαν  με την τωρινή ηγετική του ομάδα υποτίμησαν τέτοια φαινόμενα, τα ανέχτηκαν  και άθελα τους συνέβαλαν σε ένα βαθμό στη διαμόρφωση της σημερινής φυσιογνωμίας του.
Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, λοιπόν, με επίγνωση έστριβε το τιμόνι και έφτασε ως εδώ . Πλήθος κυβερνητικών στελεχών, ανώτερα, μεσαία, κατώτερα  βαδίζουν  στα ίδια  χνάρια, τα οποία οδηγούν στο κενό. Μέλη και φίλοι ακολουθούν. Τους ενώνει η αγάπη για την  εξουσία και η ελπίδα για την κατάληψη κάποιας θέσης. Όσοι βρέθηκαν στην προχθεσινή συνάντηση εκπαιδευτικών με τον υφυπουργό Παιδείας κ. Μπαξεβανάκη στην Καλαμάτα έκαναν για μια ακόμη φορά αυτές τις θλιβερές διαπιστώσεις.  Δεν πρόκειται απλώς για μετάλλαξη, αλλά για συστηματική , συνειδητή και μεθοδική μετατόπιση σε βάθος χρόνου  από αρχές και αξίες. Κανείς δεν πιστεύει πια ότι ο δρόμος των μνημονίων θα βγάλει τη χώρα από την κρίση. Το καράβι βουλιάζει και ο Αισχύλος στους « Επτά επί Θήβας» έρχεται να υπενθυμίσει σε καπετάνιους και πλήρωμα: « Και τι; μην τάχα ο ναύτης, αν από την πρύμνη τρέξει στην πλώρα, θα ’βρει τρόπο να γλυτώσει, όταν τα κύματα δαμάσουν το καράβι;». Γραμμένο βέβαια για άλλη περίσταση, αλλά  ταιριαστό, πιστεύω, στο παρόν, πέρα για πέρα.
*εκπαιδευτικός στο 6ο Λύκειο Καλαμάτας


Πηγή