Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Η πρώτη ληστεία τρένου έφερε την εξόντωση των ληστών


Σταύρος Μαλαγκονιάρης

Η πρώτη ληστεία σε τρένο στον ελληνικό χώρο έγινε η αρχή του τέλους ενός μεγάλου κύκλου της δράσης ξακουστών λήσταρχων, που είχαν ορμητήρια στα βουνά της κεντρικής και βόρειας Ελλάδας. 


Αν και η δράση ληστών ξεκίνησε στην Τουρκοκρατία, βοήθησε στη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 και συνεχίστηκε σε όλο τον 19ο αιώνα, την περίοδο του Μεσοπολέμου η δράση των λήσταρχων (λήσταρχος λεγόταν ο αρχηγός μιας συμμορίας ληστών) φαίνεται ότι πήρε και άλλα χαρακτηριστικά που τους εξασφάλιζαν κοινωνική αποδοχή αλλά και πολιτική δύναμη. 

Ενας από τους πιο γνωστούς λήσταρχους εκείνης της περιόδου ήταν ο Φώτης Γιαγκούλας, που το όνομά του έφτασε από στόμα σε στόμα μέχρι τις μέρες μας ως συνώνυμο εκείνης της μορφής ληστείας. 

«Και ο Γιαγκούλας όπως και τα οκτώ δέκατα των ληστών και αρχιληστών μας είναι και αυτός δημιούργημα των αχρείων πολιτικών μας και των αχρειεστέρων ακόμη κομματαρχών», έγραφε, στις 13 Απριλίου 1924, η εφημερίδα «Βραδυνή». 

Αυτή η γνωστή, εκείνη την εποχή, σχέση πολλών ληστών με το κομματικό κατεστημένο της επαρχίας που τους εξασφάλιζε ατιμωρησία και η επικείμενη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για τη μορφή του πολιτεύματος (βασιλευομένη ή αβασίλευτη Δημοκρατία), οδήγησαν τον Τύπο της εποχής να αναζητά πολιτικές προεκτάσεις στη μεγάλη ληστεία στην αμαξοστοιχία Αθηνών-Θεσσαλονίκης του «Σεμπλόν Οριάν Εξπρές».

ΕΘΝΟΣ 10.4.1924 Η είδηση της ληστείας του τρένου |

Η ληστεία έγινε τα ξημερώματα της 10ης Απριλίου 1924, στο μικρό χωριό Δοξαράς του σημερινού Δήμου Κιλελέρ, δύο ημέρες πριν από τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος. 

Καθώς αυτά τα δημοσιεύματα συγκέντρωναν το αναγνωστικό ενδιαφέρον, οι εφημερίδες ενέπλεκαν αρχικά στη θεαματική ληστεία τους πιο γνωστούς λήσταρχους της εποχής, όπως ο Γιαγκούλας και ο Περικλής Παπαγεωργίου. 

Ομως αργότερα θα αποδειχτεί ότι ήταν έργο της συμμορίας του Κωνσταντίνου Μπλαντέμη, ίσως του πιο «αδικημένου» λήσταρχου, καθώς παρά την πλούσια… δράση του η φήμη του παρέμεινε περιορισμένη. 

«Οι Μπλαντέμηδες στην περιοχή του Τυρνάβου θεωρούνταν κομματάρχες του βουλευτή της Λάρισας Γεώργιου Βλάχου [ανήκε στο κόμμα των Φιλελευθέρων του Βενιζέλου] και με δική του παρέμβαση ο Μπλαντέμης τιμωρήθηκε με φυλάκιση μόνος ενός μήνα για παράνομη οπλοφορία και μεταφέρθηκε στις φυλακές των Σερβίων για να εκτίσει την ποινή του», γράφει ο Βασίλης Ι. Τζανακάρης στο βιβλίο του «Οι λήσταρχοι: τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν» (εκδόσεις Μεταίχμιο). 

Λίγο παρακάτω ο συγγραφέας σημειώνει: «Ανάμεσα στα χρόνια 1921-1924 ο Μπλαντέμης έδρασε στην περιφέρεια Τυρνάβου-Μεταξά-Κρανιάς-Βελεστίνου-Δοξαρά χωρίς να ενοχληθεί σοβαρώς από τα καταδιωκτικά αποσπάσματα». 

Ετσι, με «πολιτική κάλυψη», η δράση των ληστών παρουσίαζε αξιοσημείωτη κλιμάκωση και η συμμορία του Μπλαντέμη προχώρησε σε δύο ταυτόχρονες ενέργειες, την απαγωγή του μυλωνά Μίμη Μαλαμάκη από τον οικογενειακό μύλο κοντά στο Βελεστίνο με στόχο την είσπραξη λύτρων και τη ληστεία στο τρένο. 

Οπως διηγήθηκε αργότερα σε δημοσιογράφους ο Μαλαμάκης, η συμμορία ήταν 9μελής, με αρχηγό τον Μπλαντέμη, τα δε μέλη της «ήταν κατά το πλείστον νεαροί. Δύο ήσαν μόλις 20 ετών» (εφημερίδα «Μακεδονία», 21.5.1924). 

Η συμμορία έφτασε περίπου στις 8.30 το βράδυ στον Δοξαρά και δύο από τους ληστές πλησίασαν τον σταθμάρχη Ιωάννη Μπαμπά και ζήτησαν πληροφορίες για την ώρα άφιξης της αμαξοστοιχίας από την Αθήνα. 

Πριν ο σταθμάρχης προλάβει να απαντήσει, ακινητοποιήθηκε και βρέθηκε δεμένος μαζί με τον αρχιεργάτη της σιδηροδρομικής γραμμής με ένα χοντρό σχοινί. 

Στη συνέχεια οι ληστές έκλεισαν στο οίκημα όπου διέμεναν τους περίπου 10 εργάτες της γραμμής και έλεγξαν τον σταθμό καταστρέφοντας τα τηλεγραφικά σύρματα και τη συσκευή Μορς. 

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ των εφημερίδων, σε δύο γυναίκες που βρίσκονταν στον σταθμό, «τη μητέρα του σταθμάρχη και μια άλλη γυναίκα, εφέρθηκαν ιπποτικότητα. Δεν τις πείραξαν καθόλου, δεν τις έκλεισαν πουθενά και δέχτηκαν τα κεράσματα της μητέρας του σταθμάρχη» (εφ. «Βραδυνή», 12.4.1924).

Βραδυνή 11.4.1924 Πρωτοσέλιδο ρεπορτάζ για τη ληστεία στο τρένο. |

Περίπου στη μία μετά τα μεσάνυχτα η αμαξοστοιχία Αθηνών-Θεσσαλονίκης, με ατμομηχανή την υπ’ αριθμ. 404 και με σύνθεση έξι βαγονιών, τα δύο βαγκόν λι, με περίπου 150 επιβάτες, από τους οποίους περίπου 50 δικαστικοί αντιπρόσωποι και 5-6 ξένοι, περνούσε από τη στάση Δοξαρά όπου δεν θα σταματούσε. 

«Παραδόξως όμως βλέπω την αμαξοστοιχία να σταματά έπειτα από τον κόκκινο φανό ο οποίος εσηκώθηκε εμπρός της και να εισέρχεται εις την παρακαμπτήριο γραμμή», είχε διηγηθεί στον απεσταλμένο της εφημερίδας «Βραδυνή» ο προϊστάμενος αμαξοστοιχίας Μιχ. Νίτσος. 

Οι ληστές είχαν μετακινήσει τα κλειδιά των γραμμών και είχαν σηκώσει το κόκκινο φανάρι. 

Οταν η αμαξοστοιχία ακινητοποιήθηκε, άρχισαν να πυροβολούν στον αέρα και από τις δύο πλευρές. 

Οι επιβάτες τρομοκρατήθηκαν, έπεσαν στο δάπεδο, αλλά οι ληστές μπαίνοντας στα βαγόνια έσπευσαν να τους καθησυχάσουν. 

Τα ρεπορτάζ των εφημερίδων έγραφαν με έμφαση ότι οι ληστές φώναζαν συνεχώς πως αναζητούσαν ένα πρόσωπο του οποίου η απαγωγή θα τους εξασφάλιζε αμνηστία. 

Μάλιστα, στις 3.30 τα ξημερώματα, αφού πήραν κοσμήματα και χρήματα, χωρίς να ψάξουν όλους τους επιβάτες, έφυγαν φωνάζοντάς τους να ζητήσουν και αυτοί να τους δοθεί αμνηστία. 

«Βαρεθήκαμε, μωρέ θεοζαγάρια, το κλαρί. Θέλουμε αμνηστία», φέρονται να φώναζαν. 

Σημειωτέον ότι στο τρένο βρίσκονταν ο Σερραίος υπουργός Πρόνοιας Δ. Πάζης και ο γενικός διοικητής Μακεδονίας Ι. Βαλαλάς, τους οποίους οι ληστές δεν πείραξαν. 

Ωστόσο, από την πρώτη μέρα οι εφημερίδες, δημοσιεύοντας την είδηση, απέδωσαν στη ληστεία πολιτικά κίνητρα. 

Η «βενιζελική» πλευρά διοχέτευε ότι στόχος των ληστών ήταν η απαγωγή του πρωθυπουργού Αλέξανδρου Παπαναστασίου για να πετύχουν την αμνηστία. 

Επικαλούνταν ότι ο πρωθυπουργός επέστρεφε στην Αθήνα μετά από επίσκεψη στον Βόλο, με τρένο που την ώρα της ληστείας είχε ακινητοποιηθεί στον σταθμό Χατζηχαλάρ (σήμερα λέγεται Ελευθερές), πριν από το Δοξάτο, καθώς είχε διακοπεί η επικοινωνία των σταθμών. 

Από την άλλη πλευρά, η «φιλοβασιλική» πτέρυγα υποστήριζε ότι στόχος ήταν ο μετέπειτα δικτάτορας Ιωάννης Μεταξάς, καθώς είχε ανακοινωθεί ότι θα ταξίδευε για Βόρεια Ελλάδα αλλά τελευταία στιγμή ακυρώθηκε το ταξίδι του. 

Συνεργάτης του, μάλιστα, δήλωνε ότι επρόκειτο να ταξιδέψει με το συγκεκριμένο τρένο. 

Ισως το πιο χαρακτηριστικό σχόλιο ήταν αυτό που δημοσιεύτηκε στις 13 Απριλίου 1924, στην εφημερίδα «Εστία»: 



«Μήλον της Εριδος κατήντησαν μεταξύ των πολιτικών μας οι λησταί του Δοξαρά. Ο κ. Παπαναστασίου νομίζει ότι αυτόν ήθελαν να συλλάβουν. 

Ο κ. Μεταξάς φωνάζει σήμερον ότι αυτόν “είχαν εις το μάτι”. Δεν αμφιβάλλομεν ότι και ο κ. Γ. Ράλλης διεκδικεί υπέρ εαυτού την νέαν δόξαν. 

Φανταζόμεθα ότι απειλείται έξοδος όλων των πολιτευομένων Αθηνών, Πειραιώς και Περιχώρων προς συνάντησιν των ληστών: “Πιάσε με κι’ εμένα, μπάρμπα”…». 



Πραγματικά, τις επόμενες μέρες επιβεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχε πολιτικό κίνητρο πίσω από τη ληστεία στο τρένο. 

Ωστόσο, αυτή ήταν η αφορμή για να ληφθούν, την επομένη του δημοψηφίσματος, δρακόντεια μέτρα για την πάταξη της ληστείας. 

Σε αυτά εντάσσονταν η ενίσχυση των καταδιωκτικών αποσπασμάτων και η σύσταση έκτακτων στρατοδικείων για την εκδίκαση των υποθέσεων. 

Ομως, αυτό που δημιούργησε μεγάλο πρόβλημα στους λήσταρχους ήταν μια διάταξη που ώθησε τους ληστές σε αλληλοεξόντωση. 

Με αυτή τη νομοθετική ρύθμιση οποιοσδήποτε ληστής σκότωνε έναν άλλο ληστή και έφερνε το κεφάλι του στις Αρχές, όχι μόνο αμνηστευόταν για οποιοδήποτε αδίκημα τον βάραινε, αλλά εισέπραττε και τα μεγάλα ποσά των επικηρύξεων. 

Δεν ήταν λίγοι αυτοί που δελεάστηκαν από το διπλό κίνητρο της επιστροφής στη νομιμότητα και του άμεσου πλουτισμού. 

Σε ένα τέτοιο «ξεκαθάρισμα» εκτελέστηκε, στις 12 Ιουλίου 1924, έξω από το χωριό Λουζιανή (σημερινή Ελάτη) Κοζάνης, ο Μπλαντέμης. 

Δράστης ήταν ο στενός συνεργάτης του, Βαγγέλης Κατσέλης, ο οποίος παρέδωσε το κεφάλι του συντρόφου του και αμνηστεύτηκε λαμβάνοντας και τα χρήματα της επικήρυξης. 

Με τον ίδιο τρόπο είχαν καταφέρει να αμνηστευθούν νωρίτερα ο «υπαρχηγός» του Μπλαντέμη, Στ. Ψαλίδας, και ο συγχωριανός του, Δημ. Τσιντάρης, αφού σκότωσαν με παγίδα τον «υπαρχηγό» του Γιαγκούλα, Περικλή Παπαγεωργίου, και τον πρώην δάσκαλο και «γραμματικό» της ίδιας συμμορίας, Βαγγέλη Παπαθεοδώρου. 

Ετσι, αφού ο Μπλαντέμης είχε σκοτωθεί και τα άλλα βασικά μέλη της συμμορίας (Κατσέλης, Ψαλίδας και Τσιντάρης) είχαν αμνηστευθεί, όταν έγινε, τον Μάρτιο του 1925 (από 14 έως και 16 Μαρτίου), στο Στρατοδικείο της Λάρισας η δίκη για τη ληστεία του τρένου στον Δοξαρά, κάθισαν στο εδώλιο πέντε «περιφερειακά» μέλη της συμμορίας, από τα οποία ένα αθωώθηκε. 

Οι άλλοι τέσσερις (Γ. Τσόλιας, Ι. Σακελλαρίου, Καντζούρας και Γ. Παπάς) καταδικάστηκαν για «συνέργεια» σε ισόβια δεσμά, ενώ ο επίτροπος είχε προτείνει να καταδικαστούν σε θάνατο.

Το δίκαιο της «Παρδάλας»




Η ληστεία στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, όπως αποτυπώνεται σε εφημερίδες της εποχής και στην περιορισμένη βιβλιογραφία, είχε πάρει για διάφορους λόγους μυθικές διαστάσεις, με κάποιους όπως ο Φώτης Γιαγκούλας ή ο Θωμάς Γκαντάρας, πιο γνωστός ως ο «Μαύρος Λήσταρχος», να αποτελούν σημεία αναφοράς. 

Οι περισσότεροι απ’ αυτούς είχαν βγει στο… κλαρί, κατά τη δική τους έκφραση, όταν βρέθηκαν αντιμέτωποι με τον νόμο για διάφορα μικροαδικήματα, συνήθως ζωοκλοπές ή πράξεις αντεκδίκησης. 

Σε κάποιες φτωχές ορεινές περιοχές, όπως τα Γρεβενά, η παραβατικότητα φαίνεται ότι ενισχυόταν από τις τοπικές αντιλήψεις. 

«Συγκεκριμένως, στην περιφέρεια εκείνη, η οποία εξεκόλαψε τον Γιαγκούλαν, τον Μπαμπάνην, τον Ψαλλίδαν και τόσους άλλους, “δεν δίνουν κορίτσι” σε άνθρωπο που δεν έχει στο παθητικό του αξιόποινες πράξεις. Αν δεν είναι κλέφτης, δεν έχει υπόληψη. Η εκδηλωθείσα εις το παρελθόν συνεχής εγκληματικότης και τάσις, (…) απόρροια αμάθειας, αγραμματοσύνης, απανθρωπισμού, ενός φαρμάκου έχει ανάγκην. Εκπαιδεύσεως και μορφώσεως. (…) Είναι τρομερό αυτό που βλέπει κανείς στα δικαστήρια των Γρεβενών. Κατάμεστο κάθε μέρα από φουστανελλοφόρους. Η ζωοκλοπή και η βλάβη ξένης ιδιοκτησίας εις ημερησίαν διάταξιν. Αφήστε τα μαχαιρώματα και τους καυγάδες», έγραφε, στις 8 Αυγούστου 1925, σε ένα οδοιπορικό στην περιοχή η εφημερίδα «Μακεδονία». 

Μέσα από την παρανομία ο κάθε ληστής ανέβαινε στην «ιεραρχία» των συμμοριών και έφτιαχνε τη δική του σπείρα ή αναγνωριζόταν ως αρχηγός μετά τον θάνατο του προηγούμενου λήσταρχου. 

Η κάθε συμμορία είχε τη δική της περιοχή, όπου ανέπτυσσε πολύπλευρη δράση και σε συνδυασμό πολλές φορές με την καλλιέργεια ενός προσωπικού μύθου, ο λήσταρχος γινόταν αγαπητός στον απλό κόσμο της επαρχίας. 

Ταυτόχρονα όμως, εφαρμοζόταν απαρέγκλιτα ο άγραφος νόμος ότι «ο ληστής σκοτώνει κάθε καταδότη ληστού». 

Αυτός ο συνδυασμός εξασφάλιζε στους ληστές τη σιωπή των κατοίκων, ακόμα και όταν βρίσκονταν αντιμέτωποι με βάναυσες ανακριτικές μεθόδους των καταδιωκτικών αποσπασμάτων. 



«Οι λήσταρχοι έπαιζαν διαφορετικούς ρόλους. Αλλοτε εμφανίζονταν ως εκδικητές και τιμωροί ανούσιων πράξεων και αδικητών ανθρώπων κι άλλοτε ως υπερασπιστές… πολιτικάντηδων. (…) 

Γίνονταν κουμπάροι, νονοί, προίκιζαν φτωχά κι ορφανά κορίτσια ή έβγαζαν από τη δύσκολη θέση τους ανήμπορους και τους πονεμένους δίνοντάς τους μεγάλα χρηματικά ποσά. 

Πολλές φορές χρησιμοποιήθηκαν από το κατεστημένο της πολιτικής ζωής όχι μόνο προς άγραν ψήφων αλλά και για πίεση προς την αντίπαλη πολιτική παράταξη» (Βασίλης Ι. Τζανακάρης, ό.π.). 



Μία από τις πιο χαρακτηριστικές πολιτικές πράξεις ήταν η απαγωγή δύο «καφανταρικών» βουλευτών, των Αλέξανδρου Μελά και Αλέξανδρου Μυλωνά, παραμονές των εκλογών το καλοκαίρι του 1928, από τους ληστές Τάκη και Κώστα Κουμπή. 

Οι δεσμοί λήσταρχων και πολιτικών όχι μόνο εξασφάλιζαν στους πρώτους ελαφριές ποινές αλλά και διαμόρφωναν προϋποθέσεις αποδράσεων. 

Η «Βραδυνή», σε ένα αποκαλυπτικό ρεπορτάζ που είχε δημοσιευτεί στις 13 Απριλίου 1924, αναφερόταν σε μια απόδραση του Γιαγκούλα γράφοντας τα εξής: 



«Κλεισμένος πέρυσι εις τας φυλακάς Παλαμηδίου για διάφορους φόνους τους οποίους είχε κάνει, μετεφέρθη εις Κοζάνην, διά φροντίδων βέβαια των κομματαρχών πατρώνων του διά να δικασθή εις το εκεί πλημμελειοδικείον διά το ξύλο που είχε δώσει σ’ έναν παπά. 

Ο τρόπος αυτός, η μεταφορά δηλαδή ενός ληστού δικασθέντος ήδη διά φόνους, εμπρησμούς κ.λπ. και καταδικασμένου πολλάκις εις θάνατον, η μεταφορά εκ των φυλακών του εις την έδραν ενός μακρυνού πλημμελειοδικείου διά να δικασθή διά την κλοπήν φέρ’ ειπείν μιας κότας ή διότι έδειρε όπως ο Γιαγκούλας έναν παπά, είναι ο συνηθέστερος τρόπος τον οποίον κατορθώνουν και θέτουν εις εφαρμογήν οι ισχυροί πολιτικοί πάτρωνες του ληστού -πίσω από κάθε ληστήν είναι και ένας πολιτευόμενος και από τους πλέον γνωστούς μάλιστα- διά να διευκολύνουν κατά την μεταφοράν την δραπέτευσιν του ληστού. 

Και ο Γιαγκούλας συνοδευόμενος από δύο χωροφύλακας εδραπέτευσε πέρυσι εις τον Πυργετόν των Τεμπών και κατέφυγε εις την περιφέρειαν της Κατερίνης». 



Οι λήσταρχοι δεν είχαν πάντα μεταξύ τους καλές σχέσεις. 

Για παράδειγμα, λεγόταν ότι ο Μπλαντέμης μιλούσε -άγνωστο γιατί- με περιφρόνηση για τον Γιαγκούλα και φαίνεται πως δεν είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στους συντρόφους του, από τους οποίους τελικά βρήκε τον θάνατο. 

Ομως και ο Γιαγκούλας ήταν πολύ επιφυλακτικός απέναντι σε άλλες συμμορίες. 

Γι’ αυτό όταν δολοφονήθηκαν ο «υπαρχηγός» του Παπαγεωργίου και ο φίλος τους Σκοτίδας, αναζήτησε επαφή με την «άλλη πλέον αξιόπιστη συμμορία της εποχής, αυτή του λήσταρχου Πάντου Μπαμπάνη, που επίσης είχε να επιδείξει πλούσια δράση, κυρίως στην περιοχή του Ολύμπου. Η συνάντηση θα γίνει τον Αύγουστο του ’25 και πρώτη (και τελευταία) ενέργεια της συμμορίας θα είναι η απαγωγή των δύο αγοριών μιας πλούσιας οικογένειας». 

Η συμμορία μαζί με τους ομήρους θα καταφύγει σε μια δυσπρόσιτη σπηλιά στη θέση Κόκαλα, αλλά ένας κτηνοτρόφος θα προδώσει το καταφύγιο σε ένα επίλεκτο σώμα 27 χωροφυλάκων. 

Στις 20 Σεπτεμβρίου 1925 μετά από πολύωρη μάχη, ο Γιαγκούλας και ο Πάντος Μπαμπάνης έπεφταν νεκροί, ενώ αργότερα τους έκοψαν τα κεφάλια, τα οποία εκτέθηκαν στην Κατερίνη. 

Σήμερα, το κεφάλι του Γιαγκούλα μαζί με τη μαχαίρα του, την οποία ο ίδιος αποκαλούσε «Παρδάλα», βρίσκονται στο Εγκληματολογικό Μουσείο του Πανεπιστημίου Αθηνών. 

Στη λεπίδα της ο λήσταρχος είχε χαράξει το εξής κείμενο, σε ελεύθερη απόδοση στα νέα ελληνικά: 



«Προς όλους. 

Επειδή δεν μπορώ να βρω δίκαιο στη Δικαιοσύνη των Ελλήνων, αναγκάστηκα να τονίσω το δίκαιο της Παρδάλας ή Μαχαίρας. 

Από τώρα και στο εξής η ύψιστη αυτή λειτουργός της άνανδρης Δικαιοσύνης, η ονομαζόμενη “Παρδάλα”, έχει τον λόγο απέναντι σε όλους τους υπεύθυνους και άπιστους. 

Η λειτουργία αυτής της μαχαίρας θα είναι πάντα ειλικρινής και ποτέ δεν θα λησμονήσει τα ιερά της καθήκοντα για την απονομή του δικαίου. 

Μάρτιος 1917».




Πηγή: efsyn.gr