Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017

Η Ένωση Αθέων καταγγέλλει το «φακέλωμα» θρησκευτικών πεποιθήσεων

Η Ένωση Αθέων προχώρησε σε καταγγελίες στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και αναφορές στον Συνήγορο του Πολίτη για σωρεία παραβάσεων του νόμου 2472/1997 (περί προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα).

Συγκεκριμένα:
– Αναγραφή του θρησκεύματος στα απολυτήρια πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης
– Καταγραφή του θρησκεύματος στο πληροφοριακό σύστημα mySchool, που αποτελεί το βασικό γραμματειακό σύστημα των σχολικών μονάδων.
– Καταγραφή του θρησκεύματος στα μητρώα φοιτητών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
– Απαίτηση δήλωσης του θρησκεύματος και τεκμηρίωσης της δήλωσης προκειμένου να χορηγηθεί απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Σύμφωνα με τον νόμο 2472/1997 οι θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις αποτελούν ευαίσθητο προσωπικό δεδομένο και σαν τέτοιο δεν θα έπρεπε να τυχαίνει καταγραφής και επεξεργασίας.
Ήδη από το 2002 η ΑΠΔΠΧ με την Απόφαση 77Α απηύθυνε σύσταση και προειδοποίηση προς τον υπεύθυνο επεξεργασίας του Υπουργείου Παιδείας ΔΒΜΘ να μην αναγράφεται το θρήσκευμα στους απολυτήριους τίτλους της α/βάθμιας και β/βάθμιας εκπαίδευσης και να μην ζητείται από τους γονείς να αποκαλύψουν τις πεποιθήσεις τους.
Βρισκόμαστε στο 2017 και ακόμη και η πιο πρόσφατη Υπουργική απόφαση που καθορίζει τον τύπο των τίτλων του Γενικού Λυκείου (που εκδόθηκε το 2016!) περιλαμβάνει ακόμα το θρήσκευμα στα υποδείγματα που την συνοδεύουν.
Παράλληλα, το θρήσκευμα υπάρχει ακόμη σαν πεδίο στο πληροφοριακό σύστημα mySchool, που αποτελεί το βασικό γραμματειακό σύστημα των σχολικών μονάδων. Το συγκεκριμένο πεδίο δεν είναι αδρανοποιημένο αλλά εάν κατά λάθος πλοηγηθεί κάποιος σε αυτό δεν υπάρχει η δυνατότητα αγνόησής του.
Αποτέλεσμα είναι να υπάρχουν μαθητές των οποίων οι θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις ή η έλλειψή τους προσδιορίζονται και καταγράφονται (τις περισσότερες φορές χωρίς καν να ερωτηθεί ο/η μαθητής/τρια και με κατάχρηση της ένδειξης χ.ο. σαν να ήταν δεδομένη και για ευκολία).
Όπως είναι φανερό από τα παραπάνω, στην παιδεία ακολουθούνται ακόμη παράνομες πρακτικές καταγραφής του θρησκεύματος που εξασφαλίζουν τις προϋποθέσεις για ακόμη μια παράνομη πράξη: τον έλεγχο του θρησκεύματος των μαθητών σύμφωνα με την “κατά παραγγελία” εγκύκλιο 12773/Δ2/23-01-2015 του Υπουργείου Παιδείας.
Την εγκύκλιο που αγνοεί επιδεικτικά την κείμενη Ελληνική και Ευρωπαϊκή νομοθεσία περί ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων και τις σχετικές αποφάσεις της ΑΠΔΠΧ όπως και τις γνωμοδοτήσεις του ΣτΠ, καθόλου όμως δεν αγνοεί, αφού αναπαράγει σχεδόν στο σύνολό τους, τα αποσπάσματα από το ΜΗ επιστημονικό προσχέδιο που ομάδα θεολόγων έστειλε στο υπουργείο λίγους μήνες πριν από την έκδοση της εγκυκλίου. Την εγκύκλιο που παραβιάζει την θρησκευτική ελευθερία ακόμη και των μαθητών και γονέων εκείνων οι οποίοι ενδεχομένως να μην θεωρούν πια επαρκώς “ορθόδοξο” το μάθημα των θρησκευτικών έτσι όπως διαμορφώθηκε τελευταία με τα νέα προγράμματα σπουδών.
Επιπλέον, όλοι οι πολίτες δικαιούνται απαλλαγή από ένα ομολογιακό μάθημα, ακόμη κι αν «φαινομενικά» ανήκουν στην εν λόγω ομολογία. Όσο για τα «φαινόμενα κατάχρησης» αρκεί να επισημάνουμε πως όταν ένας μαθητής συνειδητά επιλέγει την απαλλαγή από ένα ομολογιακό μάθημα με οποιοδήποτε σκοπό, είτε την εξασφάλιση περισσότερου χρόνου μελέτης για άλλα μαθήματα, είτε την ανάπαυση, είτε ακόμη και την ψυχαγωγία, ο μαθητής προφανώς και απέχει συνειδησιακά από την εν λόγω ομολογία. Επομένως σε κάθε περίπτωση αιτήματος απαλλαγής συντρέχουν αυτονόητα λόγοι συνείδησης και δεν είναι στην αρμοδιότητα των διευθυντών σχολικών μονάδων ή άλλων κρατικών φορέων να χαρακτηρίσουν οποιοδήποτε τέτοιο αίτημα «καταχρηστικό».
Η προάσπιση της θρησκευτικής ελευθερίας καταφανώς έρχεται σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με τα συντεχνιακά συμφέροντα και την ιδεολογία των συντακτών του προσχεδίου που έγινε εγκύκλιος του υπουργείου!
Η Ένωση Αθέων ελπίζει στην αποτελεσματική παρέμβαση των δύο ανεξάρτητων αρχών (κυρίως της ΑΠΔΠΧ στο πλαίσο της εξουσίας παρέμβασης που της δίνεται από το Άρθρο 28, παρ. 3 της Οδηγίας 95/46/ΕΚ), ώστε να πάψουν επιτέλους οι παραπάνω παραβάσεις και αναχρονισμοί.