Πέμπτη, 31 Μαΐου 2018

Ο Ζαν Πιερ Λε Γκοφ, ο Μάης του ’68 και η συμφιλίωση με την δημοκρατία…

Ο γάλλος κοινωνιολόγος Ζαν Πιερ Λε Γκοφ (συγγραφέας του βιβλίου «Mai ’68, l’héritage impossible», «Μάης ‘68, η αδύνατη κληρονομιά», εκδ. La Découverte, 2006), ο οποίος διαδήλωνε τον Μάη του ’68 στην Καν της Νορμανδίας αναφέρεται με αφορμή την επέτειο των 50 ετών στη μεταμόρφωση ενός ολόκληρου κόσμου, από τη δεκαετία του 1950 μέχρι το ’68, και μιλάει για «μια κρίση του μοντερνισμού και την έλευση του έφηβου λαού», αλλά και «τα βάσανα της προόδου, που μέσα σε μια όλο και πιο ευημερούσα κοινωνία θα οδηγήσουν τελικά στα οδοφράγματα». Ο Λε Γκοφ (βλ. Βήμα 6-5-2018) μεγάλωσε την δεκαετία του 1950 σ’ ένα χωριό της Νορμανδίας όπου «η ύπαρξη ήταν μια θεία λειτουργία. Το σχολείο, η εργασία στα χωράφια, η σούπα, η προσευχή το βράδυ, η προστασία του φύλακα αγγέλου».


Μόνο που ήδη από τα τέλη εκείνης της δεκαετίας «ένας ολόκληρος κόσμος αφήνει πίσω σιωπηλά ό,τι τον συνδέει με το παρελθόν. Οι απολαύσεις της ελευθερίας δεν λάμπουν από μακριά: είναι εδώ, αναρίθμητες, στα χέρια μας. Η τηλεόραση μπαίνει στα σπίτια, η φορμάικα αντικαθιστά τα ξύλινα τραπέζια, το πλυντήριο των ρούχων καλύπτει με τον θόρυβό του τα τύμπανα των στρατιωτικών παρελάσεων. Η μελαγχολία του Ντύλαν θρέφει την εσωτερική εξορία, μέσα στον καπνό των τσιγάρων. Το μέλλον πρέπει να γκρεμίσει αυτή τη σαρακοφαγωμένη κοινωνία. «Χρειαζόμαστε την πρόοδο», έλεγε ο Ντε Γκωλ στην τηλεόραση, «αλλά δεν χρειαζόμαστε το χάος». Οι γονείς γεύονται την πρόοδο, μεθάνε από αυτή, λατρεύουν τον «Θεό-άτομο». Τα παιδιά θέλουν το χάος, όπως ο Μπορίς Βιάν στα μυθιστορήματά του και ο Μικ Τζάγκερ στις συναυλίες του. Όλα μπερδεύονται σε αυτόν τον πυρετό: τα μεγάλα κείμενα και τα τζουκ μποξ, η πολιτική και ο ηδονισμός, ο χριστιανικός ιδεαλισμός και ο νιτσεϊκός μηδενισμός, ο Ιησούς, ο Βούδας, ο Γκάντι, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ… Βλέπουμε τη γέννηση ενός «έφηβου λαού». Θα τον δούμε τον Μάη του 1968 στα πεζοδρόμια, στα οδοφράγματα, στην αυθάδικη ματιά του Κον-Μπεντίτ και στα συνθήματα στους τοίχους – στην αταξία μιας κοινωνίας, που δεν είναι πια παραδοσιακή, αλλά δεν έχει μπει ακόμη στον μοντερνισμό. Είναι αρκετά κλασική για να κοροϊδεύει με ταλέντο τον κόσμο του Μπαμπά, αλλά πολύ ανώριμη για να δεχθεί μια τάξη που δεν θα διαιώνιζε αυτή τη μέθη του πνεύματος και του σώματος».

Ο Λε Γκοφ υποστηρίζει ακόμη ότι: «Η στιγμή του ’68 είναι η ορατή, η συλλογική στιγμή μιας βαθιάς αναταραχής που μεταμόρφωνε τη νεολαία επί δέκα χρόνια. Οι εξεγερμένοι νεαροί της δεκαετίας του 1960 επρόκειτο να φτιάξουν το πρόγραμμα της ζωής και της δράσης τους μέσα στις νέες συνθήκες της κοινωνίας της κατανάλωσης και του ελεύθερου χρόνου». Βέβαια, τώρα πλέον, «ο έφηβος λαός έχει πάρει κιλά, έχει κάνει ρυτίδες, έχει χάσει τα μαλλιά και τις αυταπάτες του, αλλά συνεχίζει να μη δέχεται να γίνει ενήλικος. Η Γαλλία του παρελθόντος έχει φύγει, η Γαλλία του σήμερα ψάχνεται ακόμη. Οι νεαροί του ’68 τράβηξαν μέχρι τα όρια την εικόνα της νεολαίας και ενός έφηβου λαού σε μόνιμη επανάσταση, που έχει γίνει πλέον μέρος των πολιτισμικών και εμπορικών στερεοτύπων».

Ο γάλλος κοινωνιολόγος, τελικά, συμπεραίνει ότι «με όλες τις τρέλες και τις ανευθυνότητές της, η περίοδος της δεκαετίας του ’60 ήταν δυναμική και αισιόδοξη. Έφερε το σημάδι της παντοδυναμίας του μοντερνισμού, σε μια πολύ ιδιαίτερη ιστορική στιγμή: τα “τριάντα ένδοξα χρόνια” (Trente Glorieuses, από το 1945 μέχρι το 1975). Η απαίτηση για την απόλυτη ελευθερία προήλθε από την εξέγερση μιας γενιάς κακομαθημένων παιδιών (σε σχέση με τις προηγούμενες γενιές), που μεγάλωσαν μέσα στην ανάπτυξη του καταναλωτισμού και υπό την προστασία του Κράτους Πρόνοιας. Ακόμα και μέσα στον εξτρεμισμό του και στη ρήξη του με το πραγματικό, το κίνημα της αμφισβήτησης και της διαμαρτυρίας εκείνης της εποχής είχε τη σφραγίδα της δυναμικής επέκτασης των Trente Glorieuses που επέτρεπε στη σπουδάζουσα νεολαία να ζει μέσα σε μια σχετική ανεμελιά».

Και ποια είναι η συμβουλή του για τις νεώτερες γενιές; «Να συμφιλιωθούν με τη δημοκρατία για να χωνέψουν το ’68, χωρίς ρεβανσισμό ούτε νοσταλγία».

Είναι εύκολο να μείνει κάποιος στην νουθεσία αυτή, στην προτροπή του στους νέους να συμφιλιωθούν με την δημοκρατία και να «χωνέψουν» το ’68 και να τοποθετήσει στον κάλαθο των αχρήστων τις σημαντικές και καίριες επισημάνσεις του Ζαν Πιερ Λε Γκοφ. Τα σημάδια του «Μάη», όμως παρ’ όλα αυτά, όπως και ο ίδιος παραδέχεται 50 χρόνια μετά δεν έχουν σβήσει. Τα ίχνη της εξέγερσης αυτής ακολουθήθηκαν για δεκαετίες τόσο από τους επίδοξους μιμητές της όσο και από τους εκφραστές κάθε εξουσίας (κομμουνιστικής και μη), ώστε να αντληθούν τα κατάλληλα συμπεράσματα που θα οδηγούσαν στο ασφαλές λιμάνι της πλήρους αφομοίωσής της.

Οι «καθαρές στιγμές» άλλωστε της πρώτης έκρηξης και αυτής της εξέγερσης στοιχειώνουν και θα συνεχίσουν να στοιχειώνουν κάθε διαδικασία ενσωμάτωσης, αλλά και τους ποικιλώνυμους εκφραστές και διεκπεραιωτές της. Είτε ανήκουν στα κινήματα είτε στην Εξουσία που συναλλάσσεται πρόθυμα με τους διαχειριστές της δυναμικής τους. Παντού και πάντα…

Δημοσιεύθηκε από Παρεμπιπτόντως