Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

Η κόκκινη βία, 1943-1946

Η ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ Η ΛΗΘΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ
Εκδ. Επίκεντρο Πρώτη έκδοση, Θεσσαλονίκη 2013 σελϊδες 362
Εκδ. Επίκεντρο
Πρώτη έκδοση, Θεσσαλονίκη 2013
σελϊδες 362
Ο Σάκης Μουμτζής στην Εισαγωγή, εκτός των άλλων, ξεκαθαρίζει ότι αυτό, που έχει να προσφέρει δεν είναι μια νέα ερμηνεία που κανείς ιστορικός μέχρι τώρα δεν έχει διατυπώσει, αφού θεωρεί ότι για την συγκεκριμένη ιστορική περίοδο «δεν υπάρχει τίποτα το ανείπωτο». Αυτό, λοιπόν, που προσπαθεί να επιτύχει με το βιβλίο του είναι να φωτίσει πτυχές αυτής της περιόδου, που βρίσκονται μάλλον σκόπιμα στο ημίφως από τον κυρίαρχο μεταπολιτευτικό λόγο, να αναδείξει στο μέτρο των ικανοτήτων του, τους παράγοντες εκείνους που σταδιακά,
ανεπαίσθητα, αλλά σταθερά από το 1943 ωθούσαν τη χώρα στην εμφύλια διαμάχη και, το κυριότερο, να προσθέσει μια ακόμη φωνή σ’ αυτές που –σε αντίθεση με την «επίσημη αφήγηση»– υποστηρίζουν πως παράλληλα με τον αντιστασιακό αγώνα διεξαγόταν από την άνοιξη του 1943 ένας σκληρός εμφύλιος πόλεμος με διακύβευμα τον έλεγχο των μεταπελευθερωτικών εξελίξεων, ένας εμφύλιος πόλεμος που ουσιαστικά οδήγησε στην επιβολή της ΕΑΜοκρατίας.
Ο συγγραφέας διευκρινίζει, επίσης, σ’ αυτό το σημείο, ότι θέλει να δείξει με το πόνημα αυτό, πως σε εποχές, όπως αυτή που βίωσε η χώρα στην κατοχή, το χρώμα που κυριαρχεί είναι αυτό των αλληλοσυμπλεκόμενων και αλληλοκαλυπτόμενων αποχρώσεων. Γι’ αυτόν, ακριβώς, τον λόγο θεωρεί ότι ερμηνείες, που κινούνται στο πεδίο του «φωτός» εναντίον του «σκότους», του απόλυτου καλού εναντίον του απόλυτου κακού, μετατρέπουν την ερμηνεία σε απολογία, την ιστορική τεκμηρίωση σε πολιτική θέση, την κατανόηση σε καταγγελία.
Ο Σάκης Μουμτζής χωρίζει το βιβλίο σε επτά κεφαλαία.
Στο πρώτο κεφάλαιο με τίτλο Η βία και ο εμφύλιος πόλεμος ως μορφές πολιτικής πρακτικής, ο συγγραφέας τοποθετεί ως πρωταρχικό του καθήκον να παρουσιάσει τη δεσπόζουσα και κυρίαρχη θέση, που κατείχε η βία –σ’ όλες της τις μορφές: εμφύλιος πόλεμος, τρομοκρατία, εκτόπιση, ομηρία, φυσική εξόντωση– στην λενινιστική θεωρία και πρακτική, όπως αυτή αποτυπώθηκε στη δράση των κομμάτων της Γ΄ Διεθνούς. Στην συνέχεια ο Μουμτζής τονίζει ότι αυτή ακριβώς η αφετηρία της βίας, που σάρωσε όλες τις περιοχές της χώρας, παρ’ ότι επρόκειτο για περιοχές με ανόμοια χαρακτηριστικά, που προσδιόρισε και χαρακτήρισε αυτή την περίοδο, δηλαδή το 1943 και το 1944, ως Εαμοκρατία, βρισκόταν ακριβώς στη θεωρία και στην πρακτική που έφερναν στις ιδεολογικοπολιτικές τους αποσκευές τα κόμματα της Γ΄ Διεθνούς.
Στην συνέχεια υπενθυμίζει ότι οι δυο βασικοί πυλώνες του μαρξισμού είναι η πάλη των τάξεων ως κινητήρια δύναμη της ιστορίας και τη ταξική πάλη ως πολιτική πάλη, δηλαδή πάλη για την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας και «τσακίσματος» του αστικού κράτους:
«Ιστορικό υποκείμενο αυτής της διαδικασίας είναι το προλεταριάτο που μετατρέπεται από τάξη καθεαυτή σε τάξη για τον εαυτό της, δηλαδή από μια τάξη που αντικειμενικά υπάρχει, σε τάξη συνειδητοποιημένη, που γνωρίζει τα συμφέροντά της χάρη στην πολιτική δράση του επαναστατικού κόμματος επαγγελματιών επαναστατών. Η εισαγωγή της επαναστατικής συνείδησης στο προλεταριάτο από το κόμμα που βρίσκεται πάνω από αυτό και που γνωρίζει καλύτερα από αυτό τα συμφέροντά του αποτελεί κομβικό σημείο της λενινιστικής θεωρίας».
Ο Μουμτζής θεωρεί αυθαίρετη την κοινωνική κατηγοριοποίηση, που επέβαλλε ο μαρξισμός, αφού «η ταξινόμηση των ανθρώπων σύμφωνα με τις επιταγές του επιστημονικού σοσιαλισμού φωτογραφίζει, παγώνει την εικόνα της κοινωνικής τους θέσης στη δεδομένη ιστορική στιγμή εγκλωβίζοντάς τους ερμηνευτικά στον όρο κοινωνική τάξη, προκειμένου μάλιστα για την αστική τάξη και τους αστούς η κατηγοριοποίηση δεν έχει απλώς ταξινομητικό χαρακτήρα, αλλά βαθύτατα ιδεολογικό και πολιτικό […] Αυτούς τους ανθρώπους που η θεωρία ταξινόμησε στην αστική τάξη και αυτούς που θεωρεί και χαρακτήρισε συμμάχους της αστικής τάξης ο πολιτικός και κοινωνικός ευγονισμός του μαρξισμού του καταδικάζει σε συρρίκνωση μέχρι της τελικής εξαφάνισής τους μέσω πολύπλοκων αλλά και κάθετων συγκρουσιακών σχέσεων (μέθοδος τρομοκρατίας) μεταξύ αυτών των ανθρώπων, των κουλάκων, των μικροαστών με το νέο προλεταριακό κράτος».
Ο συγγραφέας υπογραμμίζει ότι η κόκκινη τρομοκρατία ήταν το φυσικό επακόλουθο του συνδυασμού των παραπάνω θεωρητικών απόψεων με το πολιτικό γεγονός της αντίστασης αυτών, που οι Μπολσεβίκοι προόριζαν για εξαφάνιση, αφού όπως είχε υποστηρίξει και ο επί δέκα έτη Κομισάριος Κούρσκι (1918-1928): «τα επαναστατικά δικαστήρια δεν έχουν καμία σχέση με αστικά δικαστήρια. Είναι δικαστήρια της δικτατορίας του προλεταριάτου και ενδιαφέρονται κυρίως να εξαλείψουν και όχι να δικάσουν».
Έτσι, όπως, τονίζει ο Μουμτζής, η έκταση του φαινομένου στην δεκαετία του ’30 και η απαίτηση για αποτελεσματικότητα οδήγησε τους διώκτες στην τυποποίηση των τεχνικών της άσκησης βίας, στην τελειοποίηση των μεθόδων με στόχο την επίτευξη των πλάνων, που έθετε η πυραμίδα της Σοβιετικής εξουσίας.
«Αυτό σε καμία περίπτωση δεν αλλοιώνει τον πολιτικό χαρακτήρα της εξουσίας, δεν τον υποβιβάζει σε απλή τεχνική. Η τελειοποίηση των τεχνικών, η τεχνογνωσία της τρομοκρατίας δηλαδή, απορρέει από την απαίτηση της σταλινικής ηγεσίας για αποτελεσματικότητα. Η ορθολογικότητα στην άσκηση της, η μεθοδικότητα στην εκτέλεση της συνδυάζεται με το απρόβλεπτο, δηλαδή οι θύτες δεν γνωρίζουν, εάν στο επόμενο κύμα διώξεων θα είναι αυτοί τα θύματα. Το απρόβλεπτο φέρνει τον φόβο, μια σημαντική πτυχή της τρομοκρατίας, γιατί εάν η φυσική εξόντωση, η φυσική εξουδετέρωση αφορά αποκλειστικά αυτούς εναντίον των οποίων ασκείται, η απειλή της φυσικής εξόντωσης αφορά όλους τους υπόλοιπους και αυτό οδηγεί στην παράλυση στον φόβο. Η φυσική εξόντωση αυτή καθεαυτή και η απειλή της είναι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος που ονομάζεται τρομοκρατία».
Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, όπως, θεωρεί ο συγγραφέας, ότι από πολύ νωρίς στο ιδεολογικό οπλοστάσιο των κομμουνιστών, είτε επρόκειτο για πολιτικούς, είτε για διανοούμενους, εμφανίστηκε ο όρος «αντίδραση», και ο χαρακτηρισμός «αντιδραστικός».
«Πολύ γρήγορα ως αντιδραστικοί θεωρήθηκαν και αυτοί που απλώς διαφωνούσαν με την πολιτική των κομμουνιστών. Έτσι, με την διασταλτική ερμηνεία και κυρίως με την διασταλτική εφαρμογή αυτής της έννοιας –που εισήχθη στην πολιτική από τον χώρο των Φυσικών επιστημών– πλάι στους αστούς και στους ιδιοκτήτες γης προστέθηκαν και απλοί άνθρωποι –μεροκαματιάρηδες– αυτοί που στην εκ των υστέρων αυτοκριτική που έκαναν οι κομμουνιστές για την εξόντωσή τους, τους αποκαλούσαν ‘‘φουκαράδες’’».
Το πρώτο κεφάλαιο κλείνει με δύο μικρές υποενότητες που τιτλοφορούνται αντίστοιχα: Οι Πλάστες της κοινωνίας και Η πολιτική στράτευση και η θεολογική της διάσταση.
Το δεύτερο κεφάλαιο τιτλοφορείται, Το κρίσιμο 1943-44: Διεθνείς εξελίξεις και εσωτερικά μέτωπα, αφού, σύμφωνα με τον συγγραφέα, το 1943 ήταν η κρισιμότερη χρονιά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς όλες οι σημαντικές αποφάσεις ελήφθησαν αυτή τη χρονιά και υλοποιήθηκαν είτε το ίδιο έτος είτε το 1944.
«Στα πεδία των μαχών η ήττα των ναζί στο Στάλινγκραντ, η απόβαση των Συμμάχων στη Σικελία, η αδυναμία των Γερμανών να νικήσουν τα σοβιετικά τανκς στο Κουρσκ ήταν μερικά από τα γεγονότα που ουσιαστικά καθόρισαν τους νικητές του πολέμου. Άγνωστο αλλά πολύ σημαντικό, ο χρόνος λήξης του. Στο διπλωματικό τομέα το 1943 χαρακτηρίζεται από συνεχείς επαφές των συμμάχων σε όλα τα επίπεδα με αποκορύφωμα τη συνάντηση των τριών στην Τεχεράνη στα τέλη Νοεμβρίου 1943».
Στην υποενότητα με τον τίτλο Ελλάδα 1943, ο συγγρα­φέας εξ αρχής τονίζει ότι το ζητούμενο στην ιστορική έρευνα δεν είναι η εισαγωγή στην υπό εξέτασιν περίοδο των γνώσεων, των προκαταλήψεων, των πολιτισμικών στοιχείων του ιστορικού ερευνητή, αλλά το τί γνώριζαν, ποιο ήταν το επίπεδο συνείδησης και πώς αυτό διαμορφωνόταν στους πρωταγωνιστές. «Το να την προσεγγίζουμε εμφυτεύοντας στους ανθρώπους τα γνωστικά εργαλεία, την κατακτημένη γνώση και τις ιδεολογικές αναφορές του σήμερα θα μας οδηγήσει σίγουρα σε λάθος συμπεράσματα».
Στην συνέχεια ασχολείται με τις διαδικασίες και τις αποφάσεις που οδήγησαν στην μετατροπή των διασκορπισμένων αντάρτικων δυνάμεων, που είχαν την νοοτροπία του «κατσαπλιάδικου», σε συγκροτημένα και πειθαρχημένα στρατιωτικά τμήματα με ιεραρχία υπό την άμεση καθοδήγηση του γενικού στρατηγείου ΕΛΑΣ. Την απόφαση αυτή ενέκρινε το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ και στις 16 Ιουνίου 1943 υιοθετήθηκε από την Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ, ενώ τον ίδιο μήνα, διόλου τυχαία, το ΚΚΕ προσχωρεί στο αντιμοναρχικό πρωτόκολλο, με επιστολή του Σιάντου στον Σοφούλη.
Όπως παρατηρεί ο συγγραφέας, «έχει προηγηθεί η ‘‘προσχώρηση του Στέφανου Σαράφη στον ΕΛΑΣ, που έθεσε το πράσινο φως για την ένταξη σ’ αυτόν και άλλων αξιωματικών κυρίως από τον χώρο των αποτάκτων του 1935’’», ενώ «όπως παραδέχεται και ο Χατζής (γεν. γραμμ. του ΕΑΜ) η μετατροπή του ΕΛΑΣ από αντάρτικο σε τακτικό στρατό δεν δικαιολογείται ούτε από τον αριθμό των ενόπλων (κατά Χατζή περίπου 20.000) ούτε από την ποιότητα και την ποσότητα του οπλισμού, αλλά, κυρίως, ούτε από την φύση του αγώνα που έπρεπε να δώσει».
Ο Σάκης Μουμτζής, λοιπόν, την καταγράφει ως πολιτική απόφαση, που ελήφθη από συγκεκριμένα κομματικά στελέχη του ΚΚΕ, για να δοθεί στο ΕΑΜ η πολιτική και στρατιωτική στήριξη ενός στρατού οργανωμένου σύμφωνα με πρότυπα ενός τακτικού στρατού με κύρος στις πλατύτερες μάζες, αλλά και ενός στρατού που θα μπορούσε να γίνει πόλος έλξης για αξιωματικούς του ελληνικού στρατού.
«Αυτή λοιπόν η στρατιωτικοπολιτική διαδικασία, που ξεκίνησε τον Μάιο του 1943 και ολοκληρώθηκε ουσιαστικά τον Αύγουστο του ιδίου έτους έτρεχε παράλληλα και με τις διαπραγματεύσεις μεταξύ ΕΛΑΣ και βρετανικού στρατιωτικού αρχηγείου για την σύσταση του αρχηγείου των ανταρτικών δυνάμεων που κατέληξαν σε συμφωνία στις 15/7/1943. Τότε υπογράφηκε συμφωνητικό μεταξύ ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και συμμαχικού στρατηγείου Μέσης Ανατολής».
Στις 9 Σεπτεμβρίου 1943 η Ιταλία συνθηκολογεί και ο ΕΛΑΣ, που έχει μετατραπεί σε τακτικό στρατό, κατάσχει ή αγοράζει κατόπιν συμφωνίας με τον στρατηγό Ινφάντι τον κύριο όγκο του οπλισμού της μεραρχίας Πινερόλε. Ο αφοπλισμός της ιταλικής μεραρχίας ολοκληρώνεται την 13 Οκτωβρίου 1943 και τρεις ημέρες αργότερα ξεσπούν συγκρούσεις μεταξύ του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ. Ο ΕΛΑΣ εξοπλίζεται, επίσης, με τον οπλισμό του συντάγματος ιππικού της μεραρχίας ΑΟΣΤΑ και των φρουρών των θεσσαλικών πόλεων, ενώ ο ιταλικός οπλισμός, που περνάει στα χέρια του στην υπόλοιπη Ελλάδα παρ’ ότι υπολείπεται, σαφώς, είναι αρκετός για να αλλάξουν οι συσχετισμοί δύναμης μεταξύ ΕΛΑΣ και εθνικιστών, κυρίως, στην Πελοπόννησο.
«Το ΚΚΕ πλέον αισθάνεται πανίσχυρο στο εσωτερικό μέτωπο και αποκτά την αίσθηση ότι μπορεί να κυριαρχήσει σ’ αυτό».
Το κεφάλαιο αυτό περιλαμβάνει ακόμη τις υποενότητες που τιτλοφορούνται Η είδηση και η ταχύτητα κυκλοφορίας τηςΣτρατός: ο ρόλος του το 1943-44ΑπότακτοιΟι Αποτάκτοι και τα Τάγματα ΑσφαλείαςΚίνημα 1935-Δεκεμβριανά 1944: από διαφορετικές αφετηρίες στην ίδια κατάληξηΤα κινήματα του 1943 στη Μέση Ανατολή, και Το ΚΚΕ και τα γεγονότα στην Μέση Ανατολή.
Στο τρίτο κεφάλαιο με τον τίτλο Η Οικονομική Κατάσταση κατά την Κατοχή, ο συγγραφέας εντοπίζει ως τα κυρίαρχα οικονομικά φαινόμενα της κατοχής, την λειτουργία της μαύρης αγοράς χωρισμένης σε δύο φάσεις και με διαφορετικούς λόγους δημιουργίας η καθεμία και τον υπερπληθωρισμό.
«Ο τρόπος με τον οποίο έγινε η προσέγγιση της μαύρης αγοράς και, ακολούθως, ο ηθικός στιγματισμός του ‘‘μαυραγορίτη’’, τελικά συσκότισε τη διερεύνηση των λειτουργιών της και οδήγησαν τους ιστορικούς στο εύληπτο σχήμα: μαυραγορίτης=συνεργάτης των δυνάμεων κατοχής και άρα, εχθρός των δυνάμεων της αντίστασης και άρα, ασήμαντη μειοψηφία ηθικά στιγματισμένη. Όμως, όλες οι έρευνες έδειξαν και δείχνουν ότι η μαύρη αγορά και μεγάλη έκταση είχε ως οικονομική λειτουργία και πολλοί, εκατοντάδες χιλιάδες ενεπλάκησαν σ’ αυτήν, τόσο στην πόλη όσο και στην ύπαιθρο».
Το σύντομο αυτό κεφάλαιο κλείνει με τις υποενότητες Η Μαύρη Αγορά, και Οι Πλουτίσαντες επί Κατοχής.
Στο τέταρτο κεφάλαιο με τον τίτλο Η Απελευθέρωση της Αθήνας-Οκτώβριος 1944, ο συγγραφέας αναφέρεται στα γεγονότα, που ακολούθησαν μετά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων από την πόλη στις 12 Οκτωβρίου 1944 και στο καθεστώς, που επικράτησε και είχε συμφωνηθεί στην Γκαζέρτα στις 26 Σεπτεμβρίου 1944. Βασικότερο και καθοριστικότερο σημείο αυτής της συμφωνίας ανάμεσα στους Βρετανούς και της ελληνικής κυβέρνησης και των αντιστασιακών οργανώσεων του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ υπήρξε η απαγόρευση εισόδου των στρατευμάτων του ΕΛΑΣ στην πόλη των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης. Περιγράφονται στην συνέχεια τα γεγονότα της 15ης Οκτωβρίου και οι μετέπειτα καθημερινές συγκρούσεις στο κέντρο και τις συνοικίες μεταξύ κομμουνιστών και εθνικιστών, άλλοτε ένοπλες, άλλοτε με την μορφή προπηλακισμών, συλλήψεων ή κακοποιήσεων.
Το κεφάλαιο κλείνει με δύο υποενότητες με τους τίτλους Η δύναμη του ΕΑΜ κατά την απελευθέρωση και Τα δυο καθοριστικά γεγονότα του Νοεμβρίου του 1944.
Η εκκένωσις των κομματικών γραφείων της οδού Κοραή
Η εκκένωσις των κομματικών γραφείων της οδού Κοραή
Στο πέμπτο και πιο εκτενές κεφάλαιο με τίτλο Δεκεμβριανά, ο συγγραφέας με επιμονή επιχειρηματολογεί υπέρ της αποσύνδεσης της μάχης των Αθηνών από τους πυροβολισμούς της 3ηςΔεκεμβρίου. «Όλα τα σχέδια εκπονήθηκαν την 1η και 2ηΔεκεμβρίου. Για δε την 4ηΔεκεμβρίου 1944 προβλεπόταν πολιτική απεργία, όπως ακριβώς είχε προγραμματιστεί από την Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ. Η διαμόρφωση νέων πολιτικών ισορροπιών που θα αποκαθιστούσαν τον ρυθμιστικό και πρωταγωνιστικό ρόλο του ΚΚΕ θα γινόταν είτε στις 3/12/1944 με την κατάλυση της πολιτικής τάξης που θέσπισε το σύμφωνο του Λιβάνου είτε με τα όπλα».
Ο Σάκης Μουμτζής, πριν προχωρήσει στην ανάπτυξη του κεφαλαίου των Δεκεμβριανών, κάνει μια συνοπτική αλλά απαραίτητη κατά την γνώμη του αναφορά στο κυρίαρχο θέμα της αποστράτευσης των ένοπλων αντάρτικων ομάδων.
Ακολουθεί η υποενότητα με τον τίτλο Η Κατάληψη της εξουσίας του ΚΚΕ κατά την Δεκεμβριανή σύγκρουση για να φθάσουμε στην επόμενη με τον τίτλο Δεκέμβριος 1944.
Εδώ περιγράφονται με εκτενή τρόπο τα γεγονότα της 3ης Δεκέμβρη, το σχέδιο που εκπονείται λίγες ημέρες πριν από το 1ο Σώμα Στρατού του ΕΛΑΣ, σχέδιο που θεωρούσε δεδομένη την επίθεση που θα δεχθούν οι δυνάμεις του από τις κυβερνητικές και σε απάντηση της οποίας θα τεθεί αυτό σε εφαρμογή, αλλά και οι λόγοι της αποτυχίας του ΕΛΑΣ να επιτύχει τους στόχους του στο διάστημα 9, 10, 11 Δεκεμβρίου, αποτυχία που καθόρισε και την έκβαση των Δεκεμβριανών.
Στην επόμενη υποενότητα με τον τίτλο Η Αφήγηση του Νικηφόρου, ο συγγραφέας παραθέτει την αναφορά του Νικηφόρου (Δημητρίου) στην αιχμαλωσία του 2ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ του οποίου ήταν καπετάνιος. Ο συγγραφέας συνεχίζει με τις Επιθέσεις του ΕΛΑΣ στα Αστυνομικά Τμήματα, με τις οποίες εκτιμά ότι ο ΕΛΑΣ άπλωσε και μάλιστα με λιγοστές δυνάμεις τον έλεγχο και την εξουσία του σχεδόν σε όλη την Αθήνα, για να ακολουθήσουν οι υποενότητες με τους τίτλους Το πολεμικό τοπίο μετά τις 20 Δεκεμβρίου 1944-σχόλιο, η «Πτώση» της ΚαισαριανήςΟ ρόλος των ελληνικών κυβερνητικών δυνάμεων στα ΔεκεμβριανάΗ σύσκεψη στο Υπουργείο Εξωτερικών στις 26 και 27 Δεκεμβρίου και οι προτάσεις-όροι του Σιάντου για ανακωχή.
Στην επόμενη υποενότητα του πέμπτου κεφαλαίου με τον τίτλο Ήταν αυθόρμητη η εξέγερση των Δεκεμβριανών; ο συγγραφέας κατηγορηματικά στέκεται αρνητικά στο ερώτημα αυτό αφού θεωρεί ότι ο μηχανισμός δράσης ενός σταλινικού κόμματος δεν αφήνει σε καμία περίπτωση περιθώρια για αυθορμητισμούς και μάλιστα μαζικής έκτασης. «Αυτό το σύστημα αυτός ο μηχανισμός ήταν το κύριο χαρακτηριστικό των σταλινικών κομμάτων σ’ όλο τον κόσμο. Υπάρχει μια τάση να αποδοθούν οι ακρότητες της ΟΠΛΑ και της πολιτοφυλακής και όχι μόνο –γιατί και η σπουδάζουσα του ΚΚΕ έλαβε μέρος σε εκτελέσεις– σε αυθόρμητη δράση και ανεξέλεγχτες συμπεριφορές οργανωμένων μικροομάδων ή και τυχοδιωκτικών λούμπεν στοιχείων, που είχαν εισχωρήσει στις γραμμές των οργανώσεων του ΚΚΕ. Αυτή η τάση αν δεν είναι απολογητική γι’ αυτές τις συμπεριφορές σίγουρα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Όλη η Δεκεμβριανή σύρραξη οργανώθηκε και εκτελέστηκε με κεντρικό σχεδιασμό και καθοδήγηση».
Στην ακόλουθη υποενότητα, με τον τίτλο Η ΟΠΛΑ και η πολιτοφυλακή, η ομηρία και οι εκτελέσεις, ο συγγραφέας αρχικά κάνει την παρατήρηση ότι η ομηρία, οι εκτελέσεις της ΟΠΛΑ και της πολιτοφυλακής κατά την διάρκεια των Δεκεμβριανών, ο οργανωμένος και μαζικός χαρακτήρας τους ήταν αφ’ ενός πρωτόγνωρος για τους κατοίκους της πόλης των Αθηνών και αφ’ ετέρου εντελώς ξένες με την μέση πολιτική συνείδηση και κουλτούρα.
«Στην περίοδο της ΕΑΜοκρατίας από το φθινόπωρο του 1943 ως και την απελευθέρωση των 15.000 περίπου ομήρων –Μάρτιος του 1945– ασκήθηκε σε όλη την Ελλάδα ταυτόχρονα και ομοιόμορφα βία και καταπίεση εναντίον αυτών που χαρακτηρίστηκαν ‘‘αντιδραστικοί’’. Πρέπει να προσέξουμε τον επιθετικό προσδιορισμό. Όχι βασιλόφρονες, δεξιοί, συνεργάτες των Γερμανών, αλλά αυτοί που αντιδρούν στη νεοδιαμορφούμενη κατάσταση. Την κεντρική καθοδήγηση του ΚΚΕ, το Πολιτικό Γραφείο και τις τοπικές καθοδηγήσεις τις ενδιαφέρει το παρόν και το μέλλον. Όποιος εναντιώνεται στο συλλογικό όραμα και τις δραστηριότητες του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, θεωρείται αντιδραστικός. Διώκεται και αυτός και η οικογένειά του, εγκλείονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και εκεί ανάλογα με τις αντιλήψεις και την προσωπικότητα του στρατοπεδάρχη είτε θανατώνονται είτε κρατούνται. Η αντίδραση στο ΕΑΜ συγκεκριμενοποιείται είτε με δημόσια διαφωνία, μέσα στα όρια της μικροκοινωνίας, είτε με άρνηση καταβολής της φορολογίας είτε με συμπεριφορά που κρίνεται από τους τοπικούς παράγοντες του ΚΚΕ γενικά ως μη φίλα προσκείμενη προς αυτό. Φυσικά, αν κάποιο μέλος οικογένειας έχει καταταγεί στα Τάγματα Ασφαλείας, ή σε εθνική οργάνωση αντιστασιακή ή μη, αυτονοήτως στο πλαίσιο της συλλογικής ευθύνης όλη η οικογένεια χαρακτηρίζεται αντιδραστική με τις γνωστές συνέπειες».
Ο συγγραφέας πιστεύει ότι η συνειδητή αποσιώπηση των όσων έγιναν κατά την περίοδο της ΕΑΜκρατίας 1943-1944, η «απώλεια μνήμης» για όλη αυτή την περίοδο μπροστά στην οποία «αμήχανα» στέκονται οι ιστοριογράφοι της αριστεράς, καθιστά εκ των πραγμάτων και την υπόλοιπη αφήγησή τους δυσερμήνευτη και ως εκ τούτου διαβλητή.
Στην Πελοπόννησο λειτούργησαν τα παρακάτω στρατόπεδα συγκέντρωσης: στη Χαλβατζού, και στη Γαράτζα, περιοχή Μεσσηνίας, τρία στρατόπεδα στον Δήμο Φαρών Αχαΐας, στο Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στο Φενεό, στη Βάχλα Γορτυνίας κοντά στη Κοντοβάζαινα, στο Σιγκούνι, στο Λαγοβούνι και στα Σούδενα της περιοχής Καλαβρύτων, στο Συρμπάνι, στο Γεράκι Λακωνίας, στη Βυτίνα και στο Γεωργίτσι, στο Χάραδρο Κυνουρίας, στη Μονή Ορθόκωστα, στη Μαύρη Τρύπα, στο Μπεζεστένι, στο Μελιγαλά, στη Μονή Βελανιδιάς και στη Μονή Δημιόβης, επίσης στον Ταΰγετο.
«Σ’ αυτά τα στρατόπεδα σύμφωνα με τις μαρτυρίες όσων πέρασαν και επέζησαν, αλλά και από τις απολογίες των κατηγορουμένων στις δίκες που έγιναν από το 1945 έως και το 1947, εκτός από τόπος κράτησης και ταλαιπωριών ήταν και τόπος εκτελέσεων. Κάθε στρατοπεδάρχης ήταν κυρίαρχος επί της ζωής των κρατουμένων. Κάποιοι απ’ αυτούς έδειξαν απίστευτη σκληρότητα, με αποτέλεσμα να διαγραφούν και από το ίδιο το ΚΚΕ».
Οι διαγραφές, οι καθαιρέσεις ακόμη και οι φυλακίσεις όσων το «παράκαναν» δεν αναιρεί βέβαια, σε καμία περίπτωση, την μεθοδευμένη κεντρικά βία και τρομοκρατία που άσκησαν οι οργανώσεις του ΚΚΕ, όσο και αν κάτι τέτοιο όπως ειπώθηκε αποτέλεσε και αποτελεί ακόμη «απαγορευμένο έδαφος» για σημαντική μερίδα ιστοριογράφων.
«Πόσοι απ’ αυτούς που δολοφονήθηκαν, φυλακίστηκαν και ταλαιπωρήθηκαν είχαν συνεργασία με τις αρχές κατοχής ή τη δικτατορία Μεταξά και πόσοι απλώς τιμωρήθηκαν για την ταξική τους καταγωγή ή τις πολιτικές τους πεποιθήσεις είναι πολύ δύσκολο να διακριβωθεί και σήμερα, 65 χρόνια μετά, μάλλον είναι και άνευ νοήματος. Μέσα στη γενική ανάφλεξη της Δεκεμβριανής σύγκρουσης το ΚΚΕ βρίσκει την ευκαιρία να κλείσει –όπως αρμόζει σε ένα σταλινικό κόμμα– τους λογαριασμούς του με τους τροτσικστές, τους αρχειομαρξιστές, τους αντιφρονούντες συνδικαλιστές και όσους κομμουνιστές διαφώνησαν κατά καιρούς με την πολιτική του. Εκατοντάδες συλλαμβάνονται από την ΟΠΛΑ και εκτελούνται μαζί με τους ‘‘ταξικούς εχθρούς’’».
Στη συνέχεια ο συγγραφέας αναφέρεται στο ζήτημα των 12.000 περίπου ομήρων που χρησιμοποίησε ως ασπίδα το ΚΚΕ στην αποχώρηση των ηττημένων δυνάμεων του από την Αθήνα, ενώ προχωρά και σε μια γενικότερη αποτίμηση της δράσης της ΟΠΛΑ.
Το κεφάλαιο κλείνει με ορισμένες ακόμη υποενότητες με τους τίτλους Επίλογος για τα ΔεκεμβριανάΘεσσαλονίκη, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1944, και Σιάντος, Ιωαννίδης, Παπανδρέου: οι πρωταγωνιστές της σύγκρουσης που χάραξε την πορεία της χώρας για τα επόμενα 30 χρόνια.
Στο έκτο κεφάλαιο με τον τίτλο Συγκριτική Μελέτη Γαλλία, Βέλγιο, Ιταλία, Ελλάδα, 1944, ο συγγραφέας επιχειρεί πολύ συνοπτικά να περιγράψει τι έγινε στην Γαλλία, στο Βέλγιο και δευτερευόντως στην Ιταλία με το θέμα του αφοπλισμού των αντάρτικων δυνάμεων.
Στο έβδομο και τελευταίο κεφάλαιο με τον τίτλο 1945-1946 ο Σάκης Μουμτζής αναφέρεται στο χρονικό διάστημα από την συμφωνία της Βάρκιζας έως και το δημοψήφισμα της 1ης Σεπτεμβρίου 1946, θεωρώντας την περίοδο αυτή ίσως το κρισιμότερο διάστημα της μεταπολεμικής περιόδου.
Ο συγγραφέας διαφωνεί ρητά με τις απόψεις, που έχουν διατυπωθεί επανειλημμένα και από διαφορετικές πλευρές, ότι η μόνη δυνατότητα του ΚΚΕ ήταν να εγκολπωθεί κεντρικά τον εμφύλιο πόλεμο που ξεκίνησε «η επαρχιακή εκδοχή της αριστεράς».
Έτσι, υποστηρίζει, ότι «η λευκή τρομοκρατία ήταν ένα υπαρκτό πολιτικό φαινόμενο, περιορισμένο όμως σε συγκεκριμένες περιοχές της υπαίθρου και ως εκ τούτου μειωμένης πολιτικής εμβέλειας. Άλλωστε οι ασύντακτες ομάδες της άκρας δεξιάς δραστηριοποιούνταν με όρους προσωπικής πολιτικής βεντέτας, χωρίς καθοδήγηση και χωρίς συγκεκριμένο πολιτικό στόχο. Αργότερα, από τα μέσα του 1946, η δράση τους συντονίστηκε στην προοπτική της επαναφοράς του Γεωργίου Β́. Οι ίδιοι οι παράγοντες της δεξιάς παραδέχονταν ότι η ένοπλη δράση των ομάδων του ΚΚΕ δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί από τους ένοπλους της δεξιάς, οι οποίοι δραστηριοποιούμενοι σε διάσπαρτες ομάδες υστερούσαν σε δυναμικότητα απέναντι στους ένοπλους αριστερούς».
Το κεφάλαιο αυτό περικλείει πλήθος υποενοτήτων με τους τίτλους: Τι είναι η πολιτική περιθωριοποίηση του αντιπάλουΗ Βρετανική πολιτική μετά τα ΔεκεμβριανάΣυνοπτική περιγραφή της οικονομικής κατάστασης του 1946Λευκή Τρομοκρατία: οι διαστάσεις τηςΑιτήματα της βάσης, επιλογές της ηγεσίαςΟι εκλογές του 1946 και η αποχήΗ εθνικόφρων παράταξη και η λογική της σύγκρουσηςΉταν υπαρκτή η Σλαβική επιβουλή; Ένας ενδιαφέρων διάλογος: ο Ζέβγος συζητά με τον ΚοστόφΜπουλκέςΕίχε κοινωνικές αιτίες ο εμφύλιος πόλεμοςΔιεθνής κατάσταση 1945-1946Οι αγγλοσοβιετικές σχέσεις διαρκούντος του πολέμουΙράν, Νοέμβριος 1945-Μάιος 1946Η διάσκεψη του Μπρέντον Γουντς και η Σοβιετική Ένωση και τέλος Το γερμανικό πρόβλημα- μερικά σχόλια.
Συσπείρωση Αναρχικών
Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 168, Φεβρουάριος 2017
ΠΗΓΗ