Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

Γιατί πέθανε η Νανά Καραγιάννη


Στέλλα Κάσδαγλη

Περνάω με τη Στεφανία από τη Λ.Συγγρού, δύο τετράγωνα από τα γραφεία της Ανάσας. Μπροστά μας διασχίζει το δρόμο ένα κορίτσι με εμφανή (για μένα, την πρώην πάσχουσα) τα σημάδια της ανορεξίας -στο σώμα, το κεφάλι, τα ρούχα, το βλέμμα, τις κινήσεις της. Λέω στην κόρη μου ότι το κορίτσι αυτό είναι άρρωστο και φοβάται να φάει.
Φοβάται ότι αν φάει, ό,τι κι αν φάει. θα προσθέσει στο σώματης κάτι απειλητικό. Φοβάται ότι θα παχύνει, ότι θα χάσει τον έλεγχο. Μπορεί να μην το ξέρει, αλλά βαθιά μέσα της φοβάται ότι, αν χάσει τον έλεγχο, θα πεθάνει. 

“Εγώ, μαμά, δε θα πάθαινα ποτέ αυτή την αρρώστια. Γιατί αν καταλάβαινα ότι σκέφτομαι κάτι τέτοιο, θα έλεγα στον εαυτό μου ότι αυτό δεν ισχύει, δεν είναι αλήθεια, ότι μόνο αν δεν φάω θα πεθάνω. Κι έτσι θα γινόμουν καλά”. 

Η Στεφανία είναι στην ηλικία της παιδικής παντοδυναμίας. Αισθάνεται ότι μπορεί να ελέγξει τα πάντα στη ζωή της, στον εαυτό της, στη σκέψη της. Πολλά παιδιά, σε σχολεία όπου μιλάω για την ψυχογενή ανορεξία, μου κάνουν αυτή την ερώτηση: “Μα γιατί δεν καταλαβαίνατε ότι αν δεν φάτε θα κάνετε κακό στον εαυτό σας; Δεν μπορούσατε να εξηγήσετε στον εαυτό σας ότι ο τρόπος που σκεφτόσασταν ήταν λάθος;” Και πολλοί ενήλικες, όμως, που προσπαθούν να καταλάβουν και να αντιμετωπίσουν την ασθένεια, επειδή τη συναντούν είτε στο κοντινό τους περιβάλλον είτε στην πολυλογάδικη σφαίρα των μίντια εκεί έξω, έχουν την ίδια απορία. 

Προσπαθώ να τους πω, στους εφήβους και στους ενήλικες και στη Στεφανία, ότι όταν πάσχεις από μια ψυχική ασθένεια, όπως η ανορεξία, δε γίνεται να βασιστείς στο μυαλό σου, που νοσεί, για να σε βγάλει από την αρρώστια. Χρειάζεται να ζητήσεις εξωτερική βοήθεια, από έναν ψυχοθεραπευτή -ίσως και από μία ομάδα ειδικών, και μόνο έτσι μπορείς να βρεις το δρόμο προς τη θεραπεία. Αλλιώς: κανένας δεν μπορεί να ξεπεράσει οριστικά μόνος του την ψυχογενή ανορεξία, χωρίς παρέμβαση από ένα σύστημα εξωτερικό, που δεν έχει μπλεχτεί χειροπόδαρα στο φαύλο κύκλο της αρρώστιας. 

Από την άλλη, δε θέλω και δεν πρέπει να τους δημιουργήσω την εντύπωση ότι δεν έχουν -δεν έχουμε- τη δύναμη να ορίσουμε τη ζωή μας, να γίνουμε καλά. Γιατί είναι μοιρολατρικό και γιατί δεν είναι αλήθεια. Η διαδικασία της θεραπείας, όταν γίνεται με δέσμευση και με ειλικρίνεια, όταν γίνεται δηλαδή όπως πρέπει να γίνει για να σε βοηθήσει να γίνεις καλά, είναι άγρια εμπειρία. Δεν έχει εύκολες λύσεις, δεν έχει πολλές ανάπαυλες, δεν έχει άμεσες ανταμοιβές, δεν έχει αποτελέσματα της στιγμής. Δε γίνεται με μισή καρδιά. Δε γίνεται επειδή το θέλησε κάποιος άλλος κι εσύ κούνησες το κεφάλι και είπες “εντάξει, ναι” για να μην τον στενοχωρήσεις. Δε γίνεται χωρίς να σκεφτείς δεκαπέντε φορές να την παρατήσεις, δε γίνεται χωρίς πισωγυρίσματα αλλά και χωρίς αυτή την εσωτερική πίεση που σε αναγκάζει να πας μόνο μπροστά. Και μόνο εσύ μπορείς να καταφέρεις να τη φέρεις εις πέρας. 

Γι’ αυτό και η απόφαση να γίνει κάποιος καλά, να γλιτώσει από τη δυστυχία αυτής της αρρώστιας και να γλιτώσει και από το θάνατο (1 στους 5 ανθρώπους που πάσχουν από ανορεξία πεθαίνουν από τις επιπλοκές της) είναι το πρώτο και το πιο απαραίτητο βήμα για να το καταφέρει. Όσους ψυχοθεραπευτές κι αν έχει στη διάθεσή του κανείς, όσο μεγάλη ομάδα ειδικών κι αν τον στηρίζει στην προσπάθειά του, στο τέλος της ημέρας δεν πρόκειται να έχουν κανένα αποτέλεσμα αν ο ίδιος δεν έχει μέσα του να τον καίει μια συνειδητή και ακατανίκητη επιθυμία να ζήσει και να ζήσει ευτυχισμένος -ή τουλάχιστον πιο ευτυχισμένος απ’ ό,τι νιώθει όταν ζυγίζεται τρείς και τέσσερις φορές την ημέρα, όταν περνάει το 90% του χρόνου του πεινασμένος και όταν δυσκολεύεται να επικοινωνήσει ακόμα και με τους ανθρώπους που τον αγαπούν περισσότερο στον κόσμο. 

Μα όλοι θέλουμε να είμαστε ευτυχισμένοι, θα πείτε. Γιατί είναι τόσο δύσκολο για τους ανθρώπους που πάσχουν από ανορεξία να το θελήσουν κι αυτοί; 

Γιατί για έναν άνθρωπο που πάσχει από ανορεξία, πιο σημαντικό από το να είναι ευτυχισμένος είναι το να είναι δυνατός. Γιατί η ανορεξία, ως ψυχική ασθένεια, έχει ενσωματωμένη μέσα της την επιβράβευση της δύναμης. Γιατί κάθε φορά που δεν τρως ή που τρως πάρα πολύ λίγο ή που ζυγίζεσαι και έχεις χάσει 100 γραμμάρια ή που ζυγίζεσαι και δεν έχεις πάρει, τελοσπάντων, 50, νιώθεις την αίσθηση του ελέγχου και της υπεροχής να κατακλύζει ολόκληρο το είναι σου σαν ναρκωτικό. Και δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα, για τους περισσότερους ανορεξικούς, που να τους κάνει να θέλουν να παραιτηθούν από αυτή την απόλαυση, η οποία τους δίνει τη σιγουριά ότι θα καταφέρουν να επιβιώσουν, σε μια ζωή όπου νιώθουν ότι δεν ελέγχουν τίποτε άλλο αποτελεσματικά. 

Δεν ξέρω σε ποια τυχαία γεγονότα, σε ποιες νευρικές συνδέσεις, σε ποια γονίδια ή συμπτώσεις μπορεί να οφείλεται το γεγονός ότι κάποιοι άνθρωποι έχουν την ευκαιρία, για μια στιγμή, να κοιτάξουν μέσα από ένα παράθυρο και να νιώσουν, πραγματικά να νιώσουν, ότι υπάρχουν πιο σημαντικά πράγματα από το να αισθάνεται κανείς δυνατός. 

Η Νανά Καραγιάννη δεν πρόλαβε να κοιτάξει από κει μέσα. Προσπάθησε να γίνει καλά, όμως βαθιά μέσα της ένιωθε πως αν γινόταν καλά θα έχανε τη δύναμή της. Θα έχανε τη δύναμή της και θα πέθαινε. Γι’ αυτό η Νανά Καραγιάννη πέθανε χθες. Κι όσα λόγια και αν γράψω, δεν μπορώ να εξηγήσω καλύτερα τη σπαραχτικότητα αυτού του παραλόγου. 

Αν θέλουμε να κάνουμε κάτι για τους υπόλοιπους ανθρώπους που ζουν με ανορεξία, αλλά και για όλους εμάς, ας προσπαθήσουμε να βρούμε για τον εαυτό μας και να δώσουμε στους γύρω μας λόγους να επιθυμήσουν να είναι και άλλα πράγματα στη ζωή τους, πέρα από δυνατοί.

Πηγή: stellakasdagli.com