Τρίτη, 13 Ιουνίου 2017

ΕΠΠΔ: ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΞΕΣΗΚΩΜΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΩΠΟ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ, ΤΩΡΑ…



ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ! Αυτή η λέξη θα έπρεπε να ακούγεται σε κάθε χώρο δουλειάς, σε κάθε στέκι συνταξιούχων, έξω από κάθε ΟΑΕΔ, στις σχολές και τις γειτονιές! Συναγερμός γιατί με το 4ομνημόνιο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ΑΝΕΛ η ελληνική κοινωνία εξαθλιώνεται περαιτέρω. Συναγερμός γιατί ο κόσμος και ειδικά η γειτονιά μας έχουν πάρει φωτιά και οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμού κάνουν τον εφιάλτη ενός παγκοσμίου πολέμου πιο ορατό από ποτέ! Συναγερμός γιατί πρέπει τώρα χιλιάδες και χιλιάδες να πλημμυρίσουν τους δρόμους για να αντιστραφεί αυτή η εφιαλτική κατάσταση! Συναγερμός γιατί η αριστερά, το λαϊκό και εργατικό κίνημα ή θα απαντήσουν με μαζικούς όρους και με μέτωπο ανατροπής ή θα περιοριστούν σε διαπιστώσεις και «δικαιώσεις», καλές για τις γραφειοκρατίες, άχρηστες όμως για το λαό που υποφέρει! ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ, όμως δεν ακούγεται στο βαθμό και με τη δύναμη που απαιτούν οι συνθήκες . 


ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΡΙΣΗ

Αν υπήρχε μια χώρα όπου με τον καλύτερο τρόπο αποτυπώνονταν διαχρονικά οι κοινωνικές και πολιτικές τάσεις που γεννούσε ο καπιταλισμός αυτή σίγουρα ήταν και είναι η Γαλλία. Την τελευταία περίοδο στη Γαλλία επιδιώκεται η υπέρβαση της κρίσης με τη βίαιη αλλαγή εργασιακών σχέσεων και καταστροφή του κοινωνικού κράτους. Μεγάλες εργατικές κινητοποιήσεις ξέσπασαν, τα προάστια των μεταναστών βράζουν, τα δημοκρατικά δικαιώματα συνθλίβονται, η αστυνομική καταστολή εντείνεται. Την ίδια στιγμή στην πολιτική σκηνή το ανερχόμενο ακροδεξιό σκληρό ρεύμα της Λεπέν ισχυροποιείται, ακραίοι «νεοφιλελεύθεροι» με δεξιό ή «σοσιαλιστικό» μανδύα εμφανίζονται ως προστάτες της αστικής δημοκρατίας και στην αριστερά κυριαρχεί πολυδιάσπαση κι αμηχανία. Θα μπορούσε να είναι και η μεγάλη εικόνα του κόσμου που ζούμε!

Βρισκόμαστε στη δίνη της μεγάλης καπιταλιστικής κρίσης. Η θυελλώδης ανάπτυξη της επιστήμης και η μαζική είσοδος στην παραγωγή του ηλεκτρονικού υπολογιστή, η ανάπτυξη  της βιοτεχνολογίας, των οπτικών ινών και άλλων επιστημονικών επιτευγμάτων επιχειρήθηκε να χωνευτούν στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Επιδιώχτηκε επίσης η έκρηξη των παραγωγικών δυνάμεων να χωνευτεί με επέκταση και ποιοτική εμβάθυνση των καπιταλιστικών ολοκληρώσεων (βλέπε μετεξέλιξη ΕΟΚ σε ΕΕ), με την παραπέρα διεθνοποίηση του παραγωγικού κεφαλαίου, με τη μετανάστευση φτηνού εργατικού δυναμικού από τις υποανάπτυκτες στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες.Αυτή η προσπάθεια αφομοίωσης της επαναστατικοποίησης των παραγωγικών δυνάμεων στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και η εξισορρόπηση της αντίθεσης ανάμεσα στην αναζήτηση του μέγιστου κέρδους και την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους μεδιάφορα πολιτικά μίγματα -με κυρίαρχο από το τέλος της δεκαετίας του 1980 αυτό που ονομάστηκε νεοφιλελευθερισμός- αποτυγχάνει.

Εκδήλωση της εξάντλησης των ιστορικών του ορίων είναι ότι για πρώτη φορά στην ιστορία των καπιταλιστικών κρίσεων επιχειρεί να βγει από την κρίση του με την πολιτική που οδηγήθηκε σ’ αυτή. Δηλαδή με την πολιτική του νεοφιλελευθερισμού. Νεοφιλελευθερισμού ακόμα βαθύτερου και αντιδραστικότερου. Στην ουσία ο καπιταλισμός δεν χωρά στον εαυτό του, δεν μπορεί να εσωτερικεύσει, χωρίς σοβαρές διαταραχές, τις παραγωγικές δυνάμεις που ο ίδιος επαναστατικοποιεί και γι αυτό και τις ακρωτηριάζει. Ακρωτηριάζει κυριολεκτικά ό,τι …περισσεύει: δικαιώματα, ανάγκες, σύγχρονες ιστορικά διαμορφούμενες δυνατότητες.Ακρωτηριάζει και “καταστρέφει” πάνω απ όλα την κύρια παραγωγική δύναμη, που αποτελεί την πηγή των κερδών του: τον εργαζόμενο άνθρωπο. Με μια πρωτοφανή βιολογική και ηθική εξόντωση της εργατικής δύναμης, με τη μαζική δομική ανεργία, τις ελαστικές σχέσεις εργασίας, την πολιτιστική υποδούλωση. Αυτός φαίνεται να είναι μονόδρομος επιβίωσης για τον καπιταλισμό και όχι μια από κάποιες επιλογές.

H εγκατάλειψη από την αστική τάξη των παραδοσιακών αστικοδημοκρατικών πολιτικών για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της και η σημερινή επιθετικότητα του καπιταλισμού είναι έκφραση της αδυναμίας του να εντάξει με ομαλούς αστικοδημοκρατικούς όρους τη σύγχρονη εργατική τάξη στο εσωτερικό του. Έκφραση αυτής της αντίφασης, των ορίων και της αδυναμίας τους, πολιτική έκφραση της εσωτερικής αναρχίας του καπιταλισμού είναι ο Τραμπ, ο Φάρατζ, η Λεπέν και γενικότερα το ανερχόμενο ιδεολογικοπολιτικό ρεύμα του ακροδεξιού νέο-εθνικισμού που εμπεριέχει εντός του το νεοφασισμό. Επιχειρείται να ενσωματωθούν πολιτικά οι πρωτογενείς αντιδράσεις της εργατικής τάξης και των μεσαίων στρωμάτων στην κοινωνική καταστροφή.Πρόκειται για τον μεγαλύτερο κίνδυνο για τους λαούς, τα δικαιώματα και τις ανάγκες τους που δεν μπορεί φυσικά να απαντηθεί από το δήθεν «δημοκρατικό» τμήμα των ακραίων νεοφιλελεύθερων είτε εμφανίζονται ως Χίλαρυ, Μακρόν ή Τσίπρας.


ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Οι ιστορικού χαρακτήρα αλλαγές στο παραγωγικό και τεχνολογικό μοντέλο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής δεν υλοποιούνται από τη μια μέρα στην άλλη. Η προσπάθεια που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1970 και  συνεχίστηκε με το ξέσπασμα της κρίσης συνεχίζεται ακόμα και σήμερα με μεγαλύτερη ένταση και βάθος και αναδύει το νέο επιδιωκόμενο μοντέλο παραγωγής. Γι’ αυτό και το παραδοσιακό μοντέλο εργασίας που ανταποκρινόταν στο ξεπερασμένο φορντικό μοντέλο παραγωγής και κεφαλαιακής συσσώρευσης όπου ο εργάτης κατά κανόνα εργαζόταν με πλήρες ωράριο, οκτώ ώρες τη μέρα  και πέντε μέρες τη εβδομάδα, θα αποτελέσει σχετικά σύντομα παρελθόν, αν τα σχέδιά τους δεν ανατραπούν από την πάλη των εργαζομένων. Αρκεί μόνο το παρακάτω συγκλονιστικό στοιχείο για να καταλάβει κανείς ποιο είναι το άμεσο μέλλον που μας επιφυλάσσουν. Σύμφωνα με υπολογισμούς ειδικών η αυτοματοποίηση – ρομποτοποίηση της παραγωγής θα οδηγήσει την επομένη δεκαετία σε απώλεια του 60% έως 90% των θέσεων εργασίας στις αναπτυσσόμενες χώρες, ενώ στις αναπτυγμένες χώρες υπολογίζεται ότι θα χαθεί το 50% των θέσεων εργασίας! Από εδώ προκύπτει και η συζήτηση της κρατικής παροχής για το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα που συζητείται σε όλες σχεδόν τις  χώρες του κόσμου ως μέτρο αποφυγής των κοινωνικών εκρήξεων και εξεγέρσεων.

Ο καπιταλισμός για το ξεπέρασμα της κρίσης του αναδομεί σε αντιδραστική κατεύθυνση τη σύγχρονη αστική δημοκρατία, το συνολικό πολιτικό εποικοδόμημα και τις διεθνείς γεωστρατηγικές σχέσεις. Οι  εξελίξεις αυτές και η προωθούμενη αστική κανιβαλική πολιτική εγκυμονούν εφιαλτικές καταστροφές για την εργατική τάξη και τους λαούς. Τα τύμπανα του πόλεμου χτυπούν όλο και δυνατότερα, χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί ακόμα και το ενδεχόμενο ενός τρίτου παγκόσμιου πολέμου καθώς η ίδια η κρίση όπως εξελίσσεται οξύνει τις ενδοκαπιταλιστικές αντιθέσεις. Ενισχύει τις τάσεις δημιουργίας ενός σύγχρονου πολυπολικού καπιταλιστικού κόσμου. Σε αυτόν άμεσα οι ΗΠΑ δεν φαίνεται να χάνουν την ηγεμονία, κυρίως την στρατιωτική. Κλείνει όμως η απόσταση κυρίως στην οικονομία με την Κίνα. Ο αμερικάνος ηγεμόνας τείνει να παραδώσει τα σκήπτρα στον ασιάτη, ενώ παράλληλα Ρωσία, Βραζιλία, Ινδία, Ιαπωνία, Τουρκία μαζί με την Ευρωπαϊκή Ένωση -που ηγεμονεύεται από τη Γερμανία- συνθέτουν το σύγχρονο ηγεμονικό κόσμο της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Η ίδια η κρίση και η αστική πολιτική διεξόδου από αυτήν αναταράσσουν τις διεθνείς σχέσεις και τις ολοκληρώσεις σε τέτοιο βαθμό ώστε η ΝΑFTA, η αμερικάνικη ολοκλήρωση, να ’χει ξεχαστεί και η ευρωζώνη να βρίσκεται στο επίκεντρο του κυκλώνα.

Ειδικά στην ευρύτερη περιοχή μας τα σύννεφα που συγκεντρώνονται είναι ιδιαίτερα βαριά: Το ΝΑΤΟ συγκεντρώνει δυνάμεις σε όλη τη γραμμή του «μετώπου» με τη Ρωσία, στη Μέση Ανατολή οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις έχουν προκαλέσει χάος, ο ενεργειακός πόλεμος με αιχμή τα κοιτάσματα φυσικού αερίου στις ΑΟΖ γύρω από την Κύπρο κορυφώνεται. η Τουρκία όλο και πιο επιθετικά διεκδικεί ρόλο ηγέτιδας ιμπεριαλιστικής δύναμης στην περιοχή διαμορφώνοντας άξονα με Ρωσία και Ιράν. Η απάντηση της αστικής τάξης της Ελλάδας είναι η διαμόρφωση άξονα με την Κύπρο και το κράτος τρομοκράτη του Ισραήλ. Η αριστερά πρέπει να τοποθετηθεί από θέση αρχών στην ιδιαίτερα σοβαρή αυτή εξέλιξη: Πρόκειται για αντιπαράθεση των αστικών τάξεων, σε πλήρη αντίθεση με τα συμφέροντα των λαών. Ο νούμερο ένα αντίπαλός μας είναι πάντα η αστική τάξη της χώρας μας που υποτάσσεται και συμμετέχει στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς ελπίζοντας σε «κομμάτι» της πίτας, σε συνδυασμό τον εθνικισμό που συνοδεύει ιδεολογικά την επιθετικότητα της ελληνικής αστικής τάξης. Αυτό σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει υποτίμηση της επιθετικότητας της Τουρκικής αστικής τάξης στην περιοχή, αντίθετα απαιτείται αναβάθμιση της διεθνιστικής αλληλεγγύης και της κοινής δράσης με τους λαούς της Τουρκίας που στενάζουν κάτω από τη μπότα του φασιστικού καθεστώτος του Ερντογάν. Η αναγέννηση του αντιιμπεριαλιστικού κινήματος, η υπεράσπιση και η ματαίωση των σχεδίων του ιμπεριαλισμού αποτελεί όρο επιβίωσης των λαών.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στη χώρα μας η κατάσταση χειροτερεύει συνεχώς. Ο φαύλος κύκλος των μνημονίων συνεχίζεται, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ΑΝΕΛ ουσιαστικά επιβάλλει τη διαρκή λιτότητα, τη διάλυση των εργασιακών σχέσεων με την ελαστική εργασία να γίνεται κυρίαρχη μορφή. Στοιχειώδεις κοινωνικές ανάγκες όπως η υγεία, η παιδεία το ρεύμα και το νερό μετατρέπονται σε ακριβά εμπορεύματα. Τα συνδικαλιστικά δικαιώματα πλέον αμφισβητούνται ανοιχτά. Η κοινωνική αυτή καταστροφή συνοδεύεται από την ανοιχτή στροφή σε αυταρχικές αντιδημοκρατικές επιλογές. Οι δίκες αγωνιστών αποτελούν πια καθημερινό φαινόμενο, οι δυνάμεις καταστολής επιχειρούν πια ανεξέλεγκτα ενώ ο αμοραλισμός της κυβέρνησης ξεπερνά κάθε όριο επηρεάζοντας και τμήματα της κοινωνίας. Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση εντάσσεται όλο και περισσότερο στους στρατηγικούς σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ ενώ επιθετικά διεκδικεί μερίδιο στην επικείμενη μοιρασιά στην περιοχή.Απέναντι σ αυτήν την πραγματικότητα εμφανίζονται αντιφατικές κοινωνικές τάσεις: Το μεγαλύτερο τμήμα της κοινωνίας παρακολουθεί ακόμα αμήχανο και εγκλωβισμένο. Ένα τμήμα στρέφεται σε συντηρητικές κατευθύνσεις, ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η βαθιά συντηρητικοποίηση του τμήματος που κρατά δεσμούς με τον ΣΥΡΙΖΑ. Από την άλλη, αργά αλλά ορατά εμφανίζονται μικρά ρεύματα που αναζητούν διέξοδο προς τα αριστερά και, κυρίως, αρχίζουν να διεκδικούν ξανά τα δικαιώματά τους.

Στο πολιτικό πεδίο είναι χαρακτηριστική η αδυναμία της μνημονιακής αντιπολίτευσης να αρθρώσει ουσιαστικό λόγο καθώς συμφωνεί στην ουσία με την κυβερνητική πολιτική και εξαντλεί την κριτική της απαιτώντας ακόμα πιο σκληρή εφαρμογή των κατευθύνσεων της ΕΕ, του ΔΝΤ και των τραπεζών. Το ΚΚΕ ουσιαστικά έχει αποχωρήσει από την πολιτική δράση, περιορίζεται σε γενικόλογες καταγγελίες. Η άρνησή του να θέσει πολιτικούς στόχους, με κορυφαίο παράδειγμα την άρνηση στο 20ο Συνέδριο να υιοθετήσει τον στόχο της εξόδου από ΕΕ και Ευρώ αλλά και να ταυτιστεί με την πιο ακραία κινδυνολογία, η άρνησή του να θέσει στόχους για τη βελτίωση της ζωής των εργαζομένων, η ανάδειξη της αριστεράς ως κύριο αντίπαλο χαρακτηρίζουν την αδιέξοδη πολιτική του.

Η εικόνα αυτή αντανακλά και στο κίνημα: Η αίσθηση της ήττας και της απογοήτευσης είναι ακόμα έντονη, γεγονός στο οποίο συμβάλλουν τόσο η στάση του ΚΚΕ όσο και η αδυναμία της υπόλοιπης αριστεράς ενωτικά να διαμορφώσει πρόγραμμα πάλης με βάση τις ανάγκες των εργαζομένων, να οικοδομήσει σχήματα και όργανα που μαχητικά θα προωθήσουν το πρόγραμμα αυτό. Το τελευταίο διάστημα υπάρχει μια ελπιδοφόρα κινητικότητα, τόσο σε επίπεδο αγώνων όσο και βημάτων συγκρότησης, που απαιτείται να ενισχυθούν και κυρίως να στηριχτούν πολιτικά κι ενωτικά από τις αριστερές δυνάμεις. Σε χώρους δουλειάς, στους συνταξιούχους και σε γειτονιές ξεκινούν αγώνες για τα δικαιώματα, συγκροτούνται ή ενισχύονται ενωτικά σχήματα και συσπειρώσεις. Το αντιφασιστικό, αντιιμπεριαλιστικό κίνημα κάνει βήματα, καταγράφει νίκες μέσα από τη συσπείρωση δυνάμεων, όπως φάνηκε και στις (κοινές και με τις δυνάμεις του ΚΚΕ) κινητοποιήσεις έξω από τα σχολεία για την εκπαίδευση των προσφυγόπουλων. αλλά και στις 18 Μάρτη. Σκιρτήματα υπάρχουν και στο χώρο της νεολαίας, στις 21/3 βρέθηκαν από κοινού έξω από το Υπουργείο παιδείας φοιτητές και μαθητές, με παρουσία τόσο δυνάμεων των ΕΑΑΚ όσο και της ΠΚΣ. Με αφορμή τα 60χρονα της ΕΕ επιτυγχάνεται μια πρώτη αλλά μεγάλη πολιτική συμφωνία κοινής δράσης από μεγάλο εύρος αριστερών δυνάμεων και συλλογικοτήτων

Η κινητικότητα εκφράζεται και στον πολιτικό διάλογο της αριστεράς. Η ανάγκη του κοινωνικού και πολιτικού μετώπου ως δύναμη της ανατροπής της μνημονιακής λαίλαπας και του σύγχρονου κομμουνιστικού φορέα που θα αποτελεί την καρδιά του και θα κρατά ανοιχτή την προοπτική του γίνεται κατανοητή από ολοένα και περισσότερες δυνάμεις και αγωνιστές. Δυστυχώς μέχρι τώρα τα βήματα δεν είναι ανάλογα της αναγκαιότητας. Οι συμπληγάδες του σεχταρισμού και του μικροκομματικού οπορτουνισμού, του σύνδρομου της μικροϊδιοκτησίας είναι παρούσες και λειτουργούν ανασταλτικά. Κάθε δύναμη ή συλλογικότητα διατυπώνει τη δική της πρόταση διαλόγου, κοινής δράσης, πολιτικής μετωπικής συμμαχίας ή και συγκρότησης κομμουνιστικού φορέα με τέτοιον τρόπο που κατά κανόνα ισοδυναμεί με επιβεβαίωση της δικής της πολιτικής γραμμής και ηγεμονίας.

ΤΙ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ;

Η ρευστότητα των πολιτικών επιλογών και ιδεολογικών στηριγμάτων στα διάφορα στρώματα και τάξεις της κοινωνίας θα διατηρηθεί ως ένα σημείο. Η μεταβατικότητα αυτή δεν μπορεί να διαρκέσει πολύ.Οι αναζητήσεις θα είναι συνεχείς μέχρι να διαμορφωθεί – ανάλογα με το ποια θα είναι η πορεία και της κρίσης και ο χαρακτήρας πολιτικής εξόδου από αυτήν- ένα νέο περιβάλλον κοινωνικής και πολιτικής σχετικής σταθερότητας, με προσωρινά παγιωμένους νέους συσχετισμούς. Πάνω σ’ αυτή τη δυναμική, η νέα κατάσταση που ωριμάζει σημαίνει τη μετάβαση σε μια περίοδο η οποία θα σημαδεύεται από μεγάλες, παρατεταμένες κινητοποιήσεις, γύρω από πλευρές αλλά και γύρω από την ουσία και τον πυρήνα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Ο πυρήνας αυτός καθορίζεται από το τρίπτυχο σχέση εργασίας – χρόνος εργασίας – μισθός, καθορίζει ουσιαστικά το επίπεδο ζωής της εργατικής τάξης και των εργαζομένων. Κατά συνέπεια, το πρόγραμμα πάλης που θα αποτελέσει τη βάση συγκρότησης του αγωνιστικού μετώπου δεν μπορεί παρά να έχει στην προμετωπίδα του τα αιτήματα της μόνιμης δουλειάς με πλήρη δικαιώματα, τη μείωση του χρόνου εργασίας και την αύξηση του μισθού, να αποτελεί τη βάση του μεταβατικού προγράμματος σε συνδυασμό με τα αντιιμπεριαλιστικά και δημοκρατικά αιτήματα.

Γίνεται λοιπόν πιο επιτακτική από ποτέ η συγκρότηση ενός τακτικού πολιτικού μετώπου με βάση το μεταβατικό πρόγραμμα, για την ανατροπή της επίθεσης μέσα από τη συγκρότηση μιας πλατιάς συμμαχίας εργαζόμενων-ανέργων-αυτοαπασχολούμενων. Αυτό το μέτωπο θα συγκροτηθεί με βάση τις υλικές ανάγκες της μεγάλης πλειοψηφίας, και άρα δεν θα είναι μέτωπο μόνο της επαναστατικής αριστεράς. Δεν θα συγκροτηθεί, από την άλλη, ούτε στη βάση ενός προγράμματος «παροχολογίας» όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά με βάση ένα πρόγραμμα ρήξης με τις κεντρικές επιλογές του κεφαλαίου (χρέος, ευρώ, ΕΕ κοκ), που δεν θα υπόσχεται γενικόλογα ακύρωση των αντιλαϊκών πολιτικών αλλά πραγματικά θα δημιουργεί τις προϋποθέσεις γι αυτό.

Η προώθηση ενός τέτοιου μετωπικού προγράμματος και εγχειρήματος αποτελεί πάγια θέση της ΕΠΠΔ και απαιτεί μια σταθερή πολιτική συγκέντρωσης δυνάμεων σε κάθε επίπεδο:
  1. Την ενότητα στη δράση όλων των μαχόμενων δυνάμεων της Αριστεράς στα επιμέρους μέτωπα, τις γειτονιές, τα συνδικάτα, στους χώρους εργασίας και ελεύθερου χρόνου, για τη διεξαγωγή συντονισμένων και αποφασιστικών αγώνων για την ανατροπή της κυβερνητικής πολιτικής ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Κεντρική πολιτική συμφωνία όλων των δυνάμεων της αριστεράς για τη στήριξη από κοινού των αγώνων, με τα αιτήματα και τις μορφές που οι ίδιοι οι εργαζόμενοι θα καθορίσουν.
  2. Τη δημιουργία μαζικών, ανεξάρτητων οργάνων της εργατικής πολιτικής που θα διεκδικούν κατακτήσεις εντός του καπιταλισμού αλλά σε αντίθετη από τις επιλογές του κατεύθυνση, πρωτίστως στο ζητήματα της ανατροπής της σχέσης κερδών-μισθών και της μείωσης του χρόνου εργασίας, χωρίς μείωση των αποδοχών. Αυτά αφορούν και την ταξική ανασυγκρότηση  και αναγέννηση του συνδικαλιστικού και εργατικού κινήματος η οποία δεν περιορίζεται στην καταγγελία των αστικοποιημένων και γραφειοκρατικοποιημένων ηγεσιών των ΓΣΕΕ- ΑΔΕΔΥ. Είναι θέμα βαθύτερο και ουσιαστικότερο. Έχει άμεση σχέση με τις αλλαγές που συντελούνται στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, τις μορφές εμφάνισης και συγκρότησης των πολυκλαδικών πολυεθνικών μονοπωλίων και τις συνεπαγόμενες αλλαγές που πρέπει να γίνουν στη δομή, τις μορφές οργάνωσης και στο πρόγραμμα πάλης του συνδικαλιστικού και εργατικού κινήματος.
  3. Στη διαδικασία προώθησης των παραπάνω στόχων και στη διαλεκτική ενότητά τους, μπορούν και πρέπει να επιτευχθούν πολιτικές συμφωνίες και πρωτοβουλίες τακτικού χαρακτήρα με όλες τις μαχόμενες δυνάμεις της Αριστεράς για μεγάλα θέματα όπως το εργατικό κίνημα, η κοινή πολιτική παρέμβαση για τα δημοκρατικά δικαιώματα και με συγκροτημένη πρωτοβουλία, το αντιιμπεριαλιστικό και αντιφασιστικό κίνημα, η κοινή εκλογική παρέμβαση στη βάση της πολιτικής συμφωνίας


Θεωρούμε πως όλα τα παραπάνω συγκροτούν μετωπική πολιτική στρατηγικού χαρακτήρα, ώστε να συσπειρώνονται όλες οι δυνάμεις επαναστατικής και αντικαπιταλιστικής αναφοράς. Ο κατακερματισμός που υπάρχει σήμερα είναι προϊόν κυρίως λογικών μικροιδιοκτησίας και σεχταρισμού και λιγότερο διαφορών τέτοιων που δεν επιτρέπουν τη συγκρότηση του πόλου των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων. Παράλληλα, απαιτεί την εμβάθυνση της συζήτησης για ένα σύγχρονο κομμουνιστικό πρόγραμμα, για τον σύγχρονο επαναστατικό-κομμουνιστικό πολιτικό φορέα και την ανασύνθεση και αυτοϋπέρβαση σε αυτή την κατεύθυνση των δυνάμεων που αναγνωρίζουν αυτή την ανάγκη. Έτσι μπορεί να εξυπηρετηθεί η προοπτική μιας ιστορικής αντιστροφής, που σημαδεύεται από τα επιτακτικά αιτήματα για «να φάει ψωμί ο εργάτης», απ’ την πάλη για τις ελευθερίες που απαιτεί ο σύγχρονος κοινωνικός πολιτισμός, ώστε η αναγκαιότητα της αντικαπιταλιστικής επανάστασης και της κομμουνιστικής απελευθέρωσης να μετασχηματίζεται σε διεκδικούμενο αίτημα της εργατικής τάξης με την ανάλογη συλλογική πράξη και προσωπική στράτευση.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΑΡΣΥΑ
 
Ως ΕΠΠΔ συμμετέχουμε στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Θεωρούμε την ΑΝΤΑΡΣΥΑ σημαντική κατάκτηση για την αριστερά, με θετικές συμβολές όπως η προβολή της ανάγκης ενός μεταβατικού προγράμματος, οι ορθοί άξονες που έθεσε έγκαιρα για αυτό το πρόγραμμα, η μαζική παρουσία της στους αγώνες των τελευταίων χρόνων. Ωστόσο η ατολμία και κυρίως η λανθασμένη αντίληψη ότι το μόνο μέτωπο που χρειαζόμαστε, ανεξάρτητα από τη συγκυρία, είναι το αντικαπιταλιστικό-επαναστατικό μέτωπο, κάτι σαν «μέτωπο παντός καιρού» δηλαδή, δεν της επέτρεψε να κάνει πετυχημένα μαζική πολιτική, να συνενώσει δηλαδή και να εκφράσει τα συμφέροντα των χειμαζόμενων στρωμάτων. Αυτές οι πολιτικές της ανεπάρκειες σε συνδυασμό με τη συνολική υποχώρηση του κινήματος δεν θα μπορούσαν να την έχουν αφήσει ανεπηρέαστη, όπως και το σύνολο των αριστερών δυνάμεων, με αποτέλεσμα να εντείνονται φαινόμενα απογοήτευσης, αδράνειας και έλλειμμα ενοποίησης. Το τελευταίο διάστημα η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει καταθέσει πολιτικές προτάσεις κοινής δράσης και πολιτικής συμφωνίας προς τις δυνάμεις της αριστεράς. 
Εκτιμούμε πως, παρά την ατολμία και τις αμφισημίες που εκδηλώνονται, αποτελούν ένα πρώτο βήμα που πρέπει να εκτιμηθεί και να στηριχθεί, σε κοινή και όχι ανταγωνιστική κατεύθυνση με τα αντίστοιχα βήματα και πρωτοβουλίες που εκδηλώνονται από άλλες δυνάμεις της αριστεράς. Είναι κατανοητοί σε ένα βαθμό ωστόσο πλέον και οι ενδοιασμοί ή η καχυποψία με την οποία μπορεί να αντιμετωπίζονται.Είναι αναμφίβολη όμως από την άλλη και η αξία της συμβολής των δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε μία μάχιμη πολιτική πρόταση. Είναι ζητούμενο, μπροστά και στην 4η συνδιάσκεψη που πρέπει να είναι συνδιάσκεψη ενότητας και μάχης, η ενότητα και ενεργοποίηση του συνόλου των δυνάμεων και η μαχητική προώθηση μιας τολμηρά ενωτικής πολιτικής γραμμής, μιας πραγματικής τομής και υπέρβασης. Χρειαζόμαστε μια πολιτική κατεύθυνση που θα μπορέσει να αλλάξει την αριστερά, να δώσει προοπτική κι ελπίδα στον κόσμο της εργασίας, να ενώσει πλατιά στρώματα που είναι τα μόνα που μπορούν να πραγματοποιήσουν τις επαναστατικές αλλαγές που ευαγγελιζόμαστε.


πηγή: eppdantarsya.wordpress.com