Κυριακή, 1 Ιουλίου 2018

Η ιδιωτική μου ου-τοπία Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης


Πρέπει επειγόντως να βγω απ’ την εικόνα που με κρατάει παγωμένο στην οθόνη του ταβανιού, μπροστά και πάνω απ’ την ίδια μούρη που δείχνει να απορεί. Να απορεί και να εξανίσταται για τη βαθιά γρατζουνιά που έχει κολλήσει το DVD της ζωής μου στο ίδιο κατεστραμμένο track, ενώ το τικ-τακ του ρολογιού τριβελίζει το μυαλό μου σαν το χρίτσι χρίτσι της ντουλάπας με μια ενοχλητική σκέψη για τον χρόνο, που περνάει, περνάει, περνάει και χάνεται έξω απ’ το παράθυρο του νοσοκομειακού μου θαλάμου, ανάμεσα σ’ ελπιδοφόρα ανθίσματα, παρατεταμένους καύσωνες, διψασμένα πρωτοβρόχια και τις τωρινές βραδινές παγωνιές, που συστέλλουν τα κόκκαλα και συμπιέζουν το κορμί μου.

Και μόλις τώρα συνειδητοποιώ ότι σε αυτές ακριβώς τις παγωνιές βρίσκεται η αληθινή αιτία της ασθένειάς μου παρ’ όλες τις βλακείες που κάθε τρεις και λίγο τσαμπουνάνε οι γιατροί μου. Κλίνω δηλαδή προς την εκδοχή ότι δεν πάσχω από εγκεφαλίτιδα, όπως εσφαλμένα έχουν διαγνώσει, αλλά από χρόνιους ρευματισμούς και βαριά αρθριτικά λόγω της παρατεταμένης έκθεσής μου στο ψύχος. Γιατί με έχουν ξεχάσει χειμώνα καιρό στον νοσοκομειακό μου θάλαμο με μια παγωμένη εικόνα στο ταβάνι και με ένα τηλεχειριστήριο στο χέρι να πατάω και να ξαναπατάω και να ξαναπατάω το κολλημένο forward, για να σπρώξω την πλοκή και να ξετυλιχτεί το στόρι της ζωής μου – ας είναι και το πιο ηλίθιο ή το πιο ελαφρύ ή το πιο τραβηγμένο απ’ τα μαλλιά, όπως το «Καράτε Κιντ» ή το «Ράμπο» ή το «Αγάπη μου, συρρίκνωσα τα παιδιά μας», που παρακολουθούσα με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον στις κινηματογραφικές αίθουσες της δεκαετίας του ’80.

Το κορμί μου συστέλλεται απ’ την αγωνία και τα κόκκαλά μου μαζεύουν απ’ την υγρασία του δωματίου. Ο ξαπλωμένος και ο ημιορθός του ταβανιού στέκονται και με κοιτάζουν με απορία. Θαρρώ ότι φταίει η ανθοδέσμη που μοιάζει με τον καλλιστήμονα της μάνας μου. Ή το κομοδίνο που φέρνει απ’ το ξύλινο αποθηκάκι του πατέρα μου. Ή ο θάλαμος που θυμίζει την τσιμεντένια αυλή του σπιτιού μου. Ή τίποτα απ’ όλα αυτά, εκτός από μένα, που έχω κουκουλωθεί κάτω απ’ το σεντόνι και τρέμω απ’ τον φόβο σαν να ’μουνα μικρό παιδί. Τικ-τακ, τικ-τακ, τικ-τακ ακούγεται ο χτύπος του ρολογιού με τον μονότονο ήχο μιας χλοοκοπτικής μηχανής στο ρελαντί. Τινάζομαι τρομαγμένος από το κρεβάτι, ηλίθιε συρρίκνωσες τον εαυτό σου, φωνάζω έτοιμος να το βάλω στα πόδια.

Όπως τότε που παίζαμε στην πλατεία του χωριού ως αργά το βράδυ κυνηγητό ή μηλαράκια ή στρατιωτάκια ακούνητα και τις πιο πολλές φορές κρυφτό. «Πέντε, δέκα, δεκαπέντε, είκοσι…» μετρούσε κάποιος με το πρόσωπο στον τοίχο μέχρι τα εκατό, ενώ εμείς τρέχαμε δεξιά και αριστερά για να βρούμε μια κρυψώνα. Με την ορατή διαφορά ότι τώρα λείπουν οι κρυψώνες, σίγησαν οι παιδικές φωνές, τέλειωσαν όλα εκείνα τα παιχνίδια. Και το μόνο που ’χει μείνει ίδιο και απαράλλαχτο είναι η χλοοκοπτική μηχανή του πατέρα μου, έτσι όπως τη φαντάζομαι μέρα-νύχτα να κουρεύει το γκαζόν της αυλής μας, όπου συνεχίζω ακόμη να διατελώ συρρικνωμένος, φοβισμένος και ισόβια καταδικασμένος.

Σηκώνω τα μάτια στο ρολόι του τοίχου και παίρνω βαθιά ανάσα. Κάτι τέτοια ύψη υποθάλπουν την πιο έμμονη φοβία μου ότι βουτάω και πέφτω στον βυθό μιας παγωμένης λίμνης ή ενός βρόμικου ποταμού, που αντί για πέστροφες, γριβάδια, κυπρίνους και βατράχια έχει αμφίβια παιδιά. Χρόνια τώρα προσπαθώ μάταια να ξεκολλήσω απ’ αυτές τις βουτιές και απ’ αυτά τα βυθίσματα, μπας και καταφέρω να χαρώ τη ζωή μου όπως ο περισσότερος καθωσπρέπει κόσμος, εννοώ ανώδυνα, ανεπαίσχυντα και ειρηνικά.

Σφίγγω τα δόντια, φυσώ-ξεφυσώ και αρχίζω την ανάβαση. Γραπώνω τα εξογκώματα απ’ τον σοβά και στηρίζω τα πόδια στις μικρές οπές του. Απελευθερώνω τα χέρια και ψάχνω για νέα εξογκώματα και ύστερα γι’ άλλες οπές. Ο ιδρώτας λούζει το μέτωπό μου, ο λαιμός μου είναι κάθυγρος κι οι παλάμες μου γλιστράνε. Πέντε, δέκα, δεκαπέντε, είκοσι. Στρέφω το βλέμμα μου στο πάτωμα. Ο ίλιγγος του ύψους σαγηνεύει το μυαλό μου με την υπόσχεση της πιο ανάλαφρης πτώσης. Κλείνω τα μάτια και συνεχίζω.

Ώρα 10:55 μμ. Ανοίγω το γυάλινο κάλυμμα, ρίχνω μια βιαστική ματιά δεξιά-αριστερά και τρυπώνω αμέσως μέσα. Σαν τους ήρωες των παιδικών μου χρόνων, που πήρανε μεταγραφή στα κινούμενα σχέδια της ενήλικης ζωής μου. Ο Τιραμόλας, ο Ποπάι, ο Αστυνόμος Σαΐνης και ο Γούντι ο Τρυποκάρυδος, όλοι μαζί στη συσκευασία του εγώ. Ή σαν τους κούκους από τα επιτοίχια ρολόγια της δεκαετίας του ’60, που ξεσήκωναν τα μεσοαστικά διαμερίσματα με τα κούκου, κούκου, κούκου. Κοιτάω τους δείχτες και παίρνω φόρα για το πιο κρίσιμο άλμα της ζωής μου.

Ώρα 11:00 μετά μεσημβρίας κάνω αιώρα στα και. Ύστερα από τριάντα ένα ακριβώς λεπτά θα κάνω μονόζυγο στα παρά. Πιο μετά θα βάλω όλες μου τις δυνάμεις για να μείνω σκαλωμένος στο μηδέν, με την πλάτη για αντίσταση στον λεπτοδείκτη. Απαγγέλλοντας φωναχτά, ω ξειν’ αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ότι δεν πρόκειται να απεμπολήσω τα κυριαρχικά μου δικαιώματα στο επιτοίχιο ρολόι και ότι δεν πρόκειται να παραχωρήσω ούτε ένα δευτερόλεπτο ζωής από τη ζωή μου. Ορίζοντας μια νέα, χωρική διάσταση του χρόνου ανάμεσα στο προ και στο μετά μεσημβρίας, όπου κείται ένα περήφανο τίποτα, στην απέραντη επικράτεια του πάντα, του πουθενά και του ποτέ, χωρίς τα ύπουλα ρελαντί των τικ-τακ, έξω από σχέδια, σκοτούρες και προσμονές, μακριά από καλοκουρδισμένα ρολόγια, ηλίθιες αμερικάνικες ταινίες και αχόρταγες χλοοκοπτικές μηχανές. Μια ανθρώπινη μινιατούρα που κατοικεί σε νεκρό χρόνο, σε μια ζωή που δεν βιάζεται και δεν φεύγει, έστω και αν μένει παγιδευμένη στο ίδιο γρατζουνισμένο track, μοιρασμένη ανάμεσα σε αντίμαχους εαυτούς και κολλημένη στην ίδια οθόνη ενός νοσοκομειακού ταβανιού, που θα μπορούσε και να θεωρηθεί σαν αλληγορική περιγραφή της κατάστασης στην οποία βρίσκομαι εδώ και κάμποσα  χρόνια, με μόνη διαφορά τον ήχο.

Τικ-τακ, τικ-τακ, τικ-τακ ακούω το πληκτρολόγιό μου να δίνει την υπόκρουση, αλλά  βαυκαλίζομαι με την ιδέα  ότι προέρχεται από μένα. Ακανόνιστη και νευρωτική – αλλά τουλάχιστον προέρχεται από μένα.

ΠΗΓΗ